Ειδήσεις Retro Street Fighter III: The 3rd Strike

Street Fighter III: The 3rd Strike

Monday, 01 Jun 2020  | in Retro | Γράφτηκε από τον Μάνος Γρυπάρης  
Μάνος Γρυπάρης

Μάνος Γρυπάρης  

Το 1988 σε ηλικία 5 ετών ο πατέρας του έφερε σπίτι έναν Amstrad 6128. Το 1990 ακολούθησε η Amiga 500, ένα Atari 2600 και λίγα χρόνια μετά κατά σειρά η Amiga 1200, το NES και το πρώτο PC. Από εκείνη την χρονική περίοδο μέχρι σήμερα έχει στην κατοχή του πάνω από 35 κονσόλες προερχόμενες από σχεδόν όλες τις κατασκευάστριες εταιρείες και αρκετές εκ των οποίων ιδιαίτερα σπάνιες. Παίζει κυρίως Sports, RPG/MMORPG, Strategy, Fighting και Racing games, ενώ δεν λέει ποτέ όχι στα Platform (ειδικά αν είναι Super Mario) και σε σενάρια με συμπαθητικούς χαρακτήρες, στο στυλ των Nathan Drake, Lara Croft και John Shepard.
https://www.gameworld.gr/media/reviews/photos/original/a6/bc/7d/Street-Fighter-3-3rd-Strike-box-36-1591032228.jpg
 

Street Fighter III: The 3rd Strike

Η πιο αδιάφορη φουρνιά.

Όταν ένας publisher καταφέρνει να επικρατήσει σε ένα είδος παιχνιδιού τότε η λογική λέει ότι θα έπρεπε να διατηρήσει την ίδια ομάδα προγραμματιστών, προκειμένου να συνεχίσει την επιτυχία της. Στην περίπτωση του Street Fighter, η Capcom ξεκίνησε θετικά το 1987 με την πρώτη έκδοση που σχεδίασε ο Takashi Nishiyama. Η παγκόσμια αναγνώριση όμως ήρθε το 1991 με το Street Fighter II από τους δύο Akira (Nishitani και Yasuda). Οι δεκάδες εκατομμύρια πωλήσεις στις κονσόλες, τους υπολογιστές και τα Arcade της εποχής και η πρώτη μάχη που κέρδισε η Capcom έναντι του Mortal Kombat που ήρθε την επόμενη χρονιά, απέδειξαν την αξία των νέων game developers. Ωστόσο, η Capcom είχε την ατυχία να χάσει τον Nishiyama, ο οποίος ίδρυσε την Arika και μετέπειτα ανέπτυξε τα ανεπιτυχή Street Fighter EX, κάτι που ανάγκασε την Capcom να αλλάξει τους game designers στην επόμενη έκδοση.

Κάπου εκεί ζήσαμε τα λεγόμενα “πέτρινα χρόνια” της σειράς, καθώς από εκεί που το Street Fighter II απευθυνόταν σε ένα ευρύ κοινό, το Street Fighter III “χαντακώθηκε” από κακές επιλογές σε πολλούς τομείς. Καταρχήν όλο το ρόστερ του Street Fighter II “ξηλώθηκε” χωρίς λόγο, με μόνους εναπομείναντες τους Ryu και Ken, ιστορικές φιγούρες που άλλωστε έχουν τις ρίζες τους από την πρώτη έκδοση. Παραγωγός στην τρίτη έκδοση παρέμεινε ο Yoshiki Okamoto ο οποίος πλαισιώθηκε ανεπιτυχώς από τους Yasuhiro Seto, Tomonori Ohmura και Obata Shinichiro. Το αποτέλεσμα; Ένα συνονθύλευμα αδιάφορων χαρακτήρων, κακή επιλογή στο art style και τραγικό soundtrack, συνθέτουν ένα ιδιόμορφο σκηνικό, από το οποίο ξεχωρίζουν ορισμένες θετικές αλλαγές στο gameplay. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Στο πρώτο χτύπημα
Το Street Fighter III κυκλοφόρησε αρχικά στις αρχές του 1997 με τον υπότιτλο “New Generation”, ενώ η επόμενη έκδοσή του ήταν το 2nd Impact το φθινόπωρο του ίδιου έτους, προκειμένου να καλυφθούν οι ατυχείς κακές επιλογές. Η Capcom συμφώνησε με την Sega για αποκλειστικότητα στο Dreamcast, η οποία ευτυχώς “έσπασε” με την τελευταία έκδοση του Street Fighter III, το 3rd Strike, η οποία κυκλοφόρησε σε όλα τα format της εποχής και την οποία θα εξετάσουμε στο παρόν review.



Ας δούμε ποιοι πλαισίωσαν τους Ryu και Ken. Από τους νέους χαρακτήρες, ξεχώρισαν καταρχήν ο Akuma (σ.σ. έκανε ντεμπούτο στο Super Street Fighter II Turbo), που εμφανίζεται ακόμη ως κρυφός χαρακτήρας, ενώ στην έκδοση του Dreamcast υπάρχει και μία non-playable εκδοχή του, ο Shin Akuma. Από το παλιό ρόστερ, η Chun-Li μπήκε στο 3rd Strike.

Από εκεί και πέρα συναντάμε τους εξής μαχητές. Καταρχήν τα πιο cringe ονόματα ever είναι οι αδερφοί Yun και Yang από την Κίνα. Είναι κάτι σαν κλώνοι του Fei Long που μεταξύ τους είναι ολόιδιοι. Ο Sean μοιάζει εμφανισιακά με κλώνο των Ryu και Ken, αλλά παίζει κυρίως με kicks. Ο Dudley τον ξεπερνάει, καθώς είναι κλώνος του Balrog με κίνηση άπερκατ. Μετά, το cringe συνεχίζεται με μεταλλαγμένους μαχητές. Ο Twelve, ένας μεταλλαγμένος εχθρός που παίζει κυρίως melee. Ο Oro, επίσης μεταλλαγμένος, χρησιμοποιεί projectiles. Η Elena από την Kenya χτυπάει με melee κινήσεις καθώς χορεύει καποέιρα. Θα συναντήσετε ακόμη τον μαλλιά Hugo από το Final Fight, που μαζί με την Ibuki και την Makoto εμφανίστηκαν αργότερα στο Street Fighter 4 και τον Necro, που θυμίζει διασταύρωση Blanka με Dhalsim. O Alex θυμίζει αρκετά τον Guile στην όψη, με την διαφορά ότι έχει πιο δυνατές melee επιθέσεις, καθώς αυτός που αντιγράφει τις κινήσεις του Guile είναι ο Remy, ένας αδύνατος emo. O Q που παίζει melee, καταδιώκεται από την CIA και φοράει μεταλλική μάσκα, αλλά είναι ότι πιο αδιάφορο έχει το παιχνίδι.

Τελικό boss στο New Generation και στο Third Strike είναι ο Gill ο οποίος συγκεντρώνει στοιχεία από όλους τους υπόλοιπους μαχητές. Στο 2nd impact τον διαδέχεται προσωρινά ο Urien, ένας “τουμπανιασμένος” χαρακτήρας που χρησιμοποιεί projectiles και πολύ melee επιθέσεις.

Η χαρά του technical Fighting
Στις κινήσεις σώματος των χαρακτήρων, μια σημαντική αλλαγή είναι η κάλυψη της απόστασης μέσω του διπλού πατήματος προς τα μπροστά ή προς τα πίσω, καθώς επίσης και ο συνδυασμός της κίνησης αυτής με χτύπημα. Ακόμη, ένα νέο στοιχείο είναι ότι πέρα από block μπορείτε να κάνετε και parry την κίνηση εντός αντιπάλου, ώστε να γλιτώσετε το damage. Στο 3rd Strike εισήχθη το Guard Parry ή αλλιώς Red parry (σ.σ. ο χαρακτήρας σας γίνεται κόκκινος), που επιτυγχάνεται κατά την διάρκεια guard stun, όποτε έχετε το σωστό timing.

Το σημαντικότερο νέο χαρακτηριστικό που εισήχθη στο Street Fighter III είναι τα Super Arts. Εδώ έχουμε μία special move, την οποία μάλιστα μπορείτε να επιλέξετε πριν από κάθε αγώνα (σ.σ. στο Arcade mode μπορείτε επίσης να διαλέξετε και αντίπαλο). Το χαρακτηριστικό αυτό θυμίζει το Super Combo του Street Fighter Alpha που είδαμε το 1995. Όσο χτυπάτε τον εχθρό σας τόσο αυξάνετε τις μπάρες των special attacks στο κάτω μέρος της οθόνης. Υπάρχουν πολλαπλά levels που γεμίζουν και καλείστε είτε να εκτελέσετε ένα Super Art όταν η μπάρα σας φτάσει στο μέγιστο όλων των levels της, είτε να αξιοποιήσετε την μπάρα αυτή, είτε να την εξαντλήσετε με μικρότερα special moves. Για παράδειγμα, στους Ruy και Ken το Super Art και οι Special moves γίνονται με δύο φορές ημικύκλιο και γροθιά και αντίστοιχα με ημικύκλιο και τις τρεις γροθιές μαζί.

Άφησε εποχή για τις σημαντικές αλλαγές στο gameplay, ωστόσο απογοήτευσε στους περισσότερους τομείς.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι τα combos στο Street Fighter ΙΙΙ συνεχίζουν την πολύ καλή παράδοση που ξεκίνησε από το Street Fighter Alpha. Αυτή τη φορά μπορείτε να επιτύχετε μεγαλύτερα σε έκταση combos με συνδυασμό απλών επιθέσεων και special attacks. Το A.I. είναι επίσης σε πολύ καλύτερη μοίρα, καθώς οι αντίπαλοι μαχητές αντιλαμβάνονται πλήρως τις κινήσεις σας και αν επιχειρήσετε να τις επαναλάβετε τότε θα δείτε από την μεριά τους αλλαγή τακτικής.

Το Street Fighter III έχει και δύο αδιάφορα bonus stage minigames. Στο ένα καταστρέφετε ένα τζιπ, όπως αντίστοιχα κάνατε στο Street Fighter II με το αυτοκίνητο. Στο δεύτερο bonus stage, ένας τυπάς με κόκκινο καπέλο που θυμίζει…εκπαιδευτή Pokemon (η ειρωνεία) σας πετάει μπάλες τις οποίες θα πρέπει να κάνετε parry. Επί της ουσίας όμως, πέρα από την single-player ή multiplayer εμπειρία, το Street Fighter III δεν έχει το Tournament mode που αγαπήσαμε από το Street Fighter II στις κονσόλες. Αντ’ αυτού συναντάμε το Trials mode, το οποίο σας μαθαίνει τα νέα στοιχεία του gameplay και πέρα από τις συνηθισμένες κινήσεις, διαθέτει και τομείς όπως parrying, expert parrying και handicap.

Κατάθλιψη
Το Street Fighter III χρησιμοποιεί μια πολύ ιδιόμορφη χρωματική παλέτα, με αποχρώσεις κυρίως του μπλε, του μωβ και του κίτρινου. Το αποτέλεσμα είναι αρκετά μουντό και υποτονικό, σε βαθμό που σύντομα θα βαρεθείτε τόσο το art style, όσο και τις επιλογές στα stages. Επίσης, το εξαιρετικό soundtrack του Street Fighter II αντικαταστάθηκε από ηλεκτρονικά ακούσματα, τα οποία δεν ταιριάζουν καθόλου με την φιλοσοφία του Street Fighter II. Γενικά αν το Street Fighter Alpha ξεκίνησε με τα αδιάφορα stages, το Street Fighter III συνέχισε πετσοκόβοντας την μουσική και μας κάνει μέχρι και σήμερα να νοσταλγούμε τις εποχές όπου παίζαμε ένα ματς στο Street Fighter II και γνωρίζαμε απ’ έξω τα stages και τις μουσικές κάθε χαρακτήρα.

Σχεδιαστικά, το art style ακολουθεί μια πιο pixelated λογική, παρότι εν έτει 1997-1999, το στυλ αυτό ήταν ήδη ξεπερασμένο. Στα animations ακολουθείται η λογική του Street Fighter Alpha, ενώ τα ηχητικά εφέ αφήνουν καλές εντυπώσεις.

Αυστηρά για…niche target group
Μπορεί η Capcom να είχε άλλες φιλοδοξίες στο μυαλό της όταν κυκλοφορούσε το Street Fighter III, ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα δεν την δικαίωσε. Η συγκεκριμένη έκδοση δεν θεωρείται επιτυχημένη, καθώς παρά τις καινοτομίες που έφερε, αποδεκάτισε το ρόστερ του Street Fighter II (οι “απολύσεις” είχαν ήδη ξεκινήσει από το Street Fighter Alpha), με τραγικές επιλογές σε νέους χαρακτήρες και skills, ενώ μας προσέφερε ένα αδιάφορο οπτικοακουστικό αποτέλεσμα. Ο δε χειρισμός του έγινε master μόνο από τους Fighting experts, καθώς το ευρύ κοινό που αγάπησε την σειρά με την δεύτερη έκδοση, άρχισε πλέον να την εγκαταλείπει με την τρίτη. Βέβαια οι developers της Capcom πήραν το μάθημά τους κι έτσι μας προσέφεραν ένα εξαιρετικό Street Fighter IV. Συνεπώς, κάθε εμπόδιο για καλό.

Θετικά:
- Αρκετά πιο τεχνικό, με πληθώρα συνδυασμών στα combos
- Η νέα δυνατότητα parry
- Η προσθήκη των Super Arts

Αρνητικά:
- Κακή επιλογή χαρακτήρων
- Απογοητευτικό soundtrack
- Αδιάφορη χρωματική παλέτα
- Απευθύνεται σε πιο competitive κοινό

Επιχείρησε να ανεβάσει τον πήχη αλλά "κάηκε στο ζέσταμα".

Μάνος Γρυπάρης

Mόνο εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να γράψουν σχόλια. Παρακαλούμε κάντε πρώτα Login στο site. Αν δεν έχετε λογαριασμό στο GameWorld τότε κάντε Register και στη συνέχεια Login.

Notification