Ο τελευταίος κληρονόμος

1ekso

Έτος 1993. Τρεις εβδομάδες έχουν παρέλθει από τη φονική πυρκαγιά που ξέσπασε στο κεντρικό κτίριο της έπαυλης του Black Mirror, αφήνοντας πίσω τρεις νεκρούς. Μεταξύ αυτών δεν συμπεριλαμβάνεται ο 23χρονος Αμερικανός Darren Michaels, ο οποίος συνελήφθη άμεσα ως ύποπτος για τη δολοφονία της Amanda Valley αφενός, υπεύθυνης της βιβλιοθήκης του γειτονικού χωριού, Willow Creek, αφετέρου για τον εμπρησμό ο οποίος, εκτός των θυμάτων που επέφερε, κατέστρεψε σχεδόν ολοσχερώς το πολυτελές οίκημα. Στο διάστημα αυτό ο νεαρός φοιτητής Φυσικής βρίσκεται στο κρατητήριο του τοπικού Αστυνομικού Τμήματος, ενώ παράλληλα πραγματοποιεί συνεδρίες με ψυχολόγο, στην οποία μάταια εκφράζει την αλήθεια του, όπως και στους ανθρώπους του Νόμου και της Τάξης, καθώς ουδείς δείχνει να τον παίρνει στα σοβαρά: το πραγματικό όνομά του είναι Adrian Gordon, όπως έχει ανακαλύψει πρόσφατα ακόμη κι ο ίδιος, και είναι αυτός, ο τελευταίος κληρονόμος της κραταιάς οικογένειας της ευρύτερης περιοχής του Suffolk, ιδιοκτητών του αρχοντικού και όχι μόνο, η παράδοση της οποίας αγγίζει τα 800 χρόνια! Και για τα δύο συμβάντα για τα οποία θεωρείται ύποπτος, ο Adrian αρνείται κάθε συμμετοχή και κατηγορεί τη δίδυμη αδερφή του, που όμως είναι ήδη νεκρή.

1s nekri

Το Black Mirror III: Final Fear, όπως ήταν ο πλήρης τίτλος του αρχικά, εκκινεί ακριβώς από το οριακό σημείο στο οποίο σταματά το πρώτο sequel της αγαπημένης third-person point & click adventure τριλογίας, συνεπώς εδώ, για ευνόητους λόγους, δε θα ειπωθούν περισσότερα. Μιας τριλογίας η οποία, σχεδόν σε πείσμα των καιρών θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, αναδείχθηκε σε μια εποχή που τα παιχνίδια του genre έδειχναν να συγκινούν ολοένα και μικρότερο μέρος του gaming κοινού· και το κατόρθωσε αποτελώντας μια από τις ποιοτικότερες επιλογές, αν όχι την κορυφαία στην κατηγορία σε ό,τι αφορά τα thriller adventures με horror στοιχεία, τα οποία την εμποτίζουν σε κάθε περίπτωση. Με ντεμπούτο για το franchise εν έτει 2003 από την τσεχική Future Games, τη σκυτάλη στην ανάπτυξη παρέλαβε αρκετά χρόνια αργότερα η γερμανική Cranberry Production, δίνοντας συνέχεια μέσα από δύο παιχνίδια που κυκλοφόρησαν σε διάστημα δύο ετών, 2009 και 2011 αντίστοιχα.

2 antistoixa

Στα δύο πρώτα games της σειράς αναφερθήκαμε εκτενώς σε προηγούμενες ευκαιρίες και ως εκ τούτου δε θα επανέλθουμε, παρά μόνο στο βαθμό που και το τρίτο αναδεικνύει ένα πάγιο, κυρίαρχο χαρακτηριστικό των Black Mirror: την καταπληκτική ατμόσφαιρά τους, η οποία απορροφά αέναα στο μυστήριο που γεννά το κατά τα φαινόμενα αυτοτροφοδοτούμενο σκοτάδι της, μέσα από τρεις -επί της ουσίας δύο- εξαιρετικές ιστορίες, που δένουν αρμονικά σε ένα σύμπαν με υπόβαθρο πολλών αιώνων. Οι Γερμανοί developers τα καταφέρνουν περίφημα για δεύτερη συνεχόμενη φορά, καθώς τα στοιχεία αυτά σε συνδυασμό με το καλοδουλεμένο σενάριό τους σέβονται απόλυτα και κυρίως αξιοποιούν την παρακαταθήκη του παρελθόντος, με τρόπο ώστε οι gamers που βεβαίως γνωρίζουν όσα έχουν προηγηθεί, να αναγνωρίζουν αμέσως τον εαυτό τους μέσα στο δυσοίωνο περιβάλλον της έπαυλης και των γύρω περιοχών. Έχω την αίσθηση ότι αυτή είναι η βάση για την περαιτέρω συζήτηση περί του franchise, η αρχή, η οποία τέθηκε υπό αμφισβήτηση ίσως σε μία και μόνο περίπτωση, στα δύο πρώτα κεφάλαια του Black Mirror II, όπου η δράση λάμβανε χώρα εκτός Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς αναδείχθηκε σε προηγούμενη συνάφεια.

3 synafeia

Το κυρίως παιχνίδι αρχίζει όταν κάποιος καταβάλλει ανώνυμα το ποσό της εγγύησης που απαιτείται, προκειμένου να σταματήσει η κράτηση του Adrian, όπως ο τελευταίος πληροφορείται από τον Επιθεωρητή Conrad Spooner. Άλλωστε, μετά από τρεις εβδομάδες πλέον, η απουσία ενοχοποιητικών στοιχείων για τον βασικό ύποπτο των επίμαχων υποθέσεων, τέτοιων που θα επέτρεπαν την απαγγελία κατηγοριών εναντίον του, συμβάλλει προς αυτή την κατεύθυνση. Ως εκ τούτου, ο πρωταγωνιστής δε θα αργήσει να στραφεί στην αναζήτηση του ευεργέτη του και κατ’ επέκταση των προθέσεών του, καθώς θεωρητικά δε γνωρίζει κανέναν που θα ήταν πρόθυμος να δαπανήσει 5.000 λίρες για χάρη του. Αντιθέτως, θα πρέπει να αγωνιστεί για την αποκατάσταση του ονόματός του στο Willow Creek και όχι μόνο, όπου οι περισσότεροι τον αντιμετωπίζουν ως εμπρηστή και δολοφόνο, ο οποίος αρχίζει να κυκλοφορεί και πάλι ελεύθερα ανάμεσά τους.

4 anamesa

Η πρώτη πραγματική πρόκληση του Adrian, πέραν της εύρεσης στοιχείων που θα αποδεικνύουν οριστικά και αμετάκλητα την αθωότητά του, είναι εκ των πραγμάτων η διαπίστωση της κατάστασης της έπαυλης και δη της μοναδικής επιζώσης από την πυρκαγιά, Lady Victoria Gordon, της γιαγιάς του, η οποία άντεξε, αλλά πλέον υποφέρει από σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα. Και βεβαίως, όλα αυτά απλώς πλαισιώνουν τελικά, κυρίως και πρωτίστως το δράμα του ίδιου του Adrian και όσα συνέβησαν σ’ αυτόν πλέον πριν από τρεις εβδομάδες. Ακόμη χειρότερα, μετά από εκείνα τα γεγονότα έχει παραισθήσεις, κατά τις οποίες εκδηλώνει -έστω και κατά φαντασίαν- έναν πολύ βίαιο εαυτό, τέτοιον που αρχίζει σταδιακά να αμφισβητεί σοβαρά αν είναι πράγματι δικός του. Η κατάρα των Gordon, την οποία κάποτε αμφισβητούσε σε σημείο χλεύης, δεν τον έχει αφήσει ανεπηρέαστο μετά τα όσα προηγήθηκαν. Ο Mordred Gordon φαίνεται πως δεν έχει πει ακόμη την τελευταία λέξη του, παρά τα 780 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την αδελφοκτονία του από το σπαθί του Markus, προπάτορα του Οίκου.

5 oikou

Το Black Mirror III δεν αφήνει τον παίκτη που έρχεται από τον προκάτοχό του να πάρει ανάσα. Η περιπέτεια, που ξεκίνησε την τελευταία φορά, συνεχίζεται τώρα με αμείωτη ένταση και νέο ενδιαφέρον στο ζοφερό σύμπαν του franchise, το οποίο επαναφέρει με άριστο τρόπο η Cranberry. Μαζί επιστρέφουν επί της ουσίας πολλές γνώριμες εικόνες των προηγούμενων παιχνιδιών, τόσο από την έπαυλη όσο το Willow Creek αλλά και τα πέριξ, στις οποίες τώρα προστίθενται και ορισμένες νέες, είτε μεταξύ αυτών είτε στο περιθώριό τους, δίνοντας νέα πνοή στο τρίτο μέρος της σειράς, την ίδια στιγμή που κάποιες άλλες τίθενται διακριτικά στο παρασκήνιο, όπως συνέβη και στο πρώτο sequel. Αρκετοί είναι οι νέοι χαρακτήρες που εισάγονται, ενώ, ασφαλώς, υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι επανέρχονται. Στην πραγματικότητα, δίδεται η αίσθηση ότι οι Γερμανοί developers προσέγγισαν ως ένα το δεύτερο και τρίτο παιχνίδι, και με αυτόν τον τρόπο είναι φρόνιμο να αντιμετωπίζονται, όπως ακριβώς είχε συμβεί επί παραδείγματι στην περίπτωση των δύο πρώτων Syberia, που είχαν κυκλοφορήσει επίσης σε απόσταση δύο ετών (2002, 2004). Εν προκειμένω μάλιστα, προς αυτήν την κατεύθυνση συνηγορεί το γεγονός ότι αμφότερα τα παιχνίδια της Cranberry διατέθηκαν στη βόρεια Αμερική το 2011, με απόσταση δύο μηνών.

6 minwn

Παρά την αισθητική εγγύτητα του δεύτερου και τρίτου Black Mirror, ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες διαφοροποιήσεις, οι οποίες εντοπίζονται κυρίως σε επίπεδο gameplay. Εν πρώτοις έχουν ελαχιστοποιηθεί τα first-person puzzles, τα οποία ήταν ουκ ολίγα στο πρώτο sequel, ενώ συνολικά οι γρίφοι του παιχνιδιού είναι ακόμη πιο βατοί αυτή τη φορά. Το στοιχείο της πρόκλησης, ωστόσο, αυξάνεται πλέον, καθώς περιορίζονται αισθητά τα hints που δίνει προφορικά ο πρωταγωνιστής εκφράζοντας σκέψεις για τα επόμενα βήματά του, και δεν είναι απίθανο ο gamer να μην είναι απολύτως βέβαιος τι πρέπει να κάνει σε κάποιες περιπτώσεις, οδηγούμενος σε περαιτέρω εξερεύνηση, επιστρατεύοντας δε μεγαλύτερη παρατηρητικότητα, ενίοτε και την ανάγνωση των σημειώσεων του Adrian.

Τα γραφικά είναι και πάλι πανέμορφα, επαναφέροντας ιδανικά τον παίκτη στην ούτως ή άλλως αφιλόξενη ατμόσφαιρα ολόκληρου του franchise. Κτίρια όπως η εκκλησία ή το τοπικό ξενοδοχείο και περιοχές όπως το Willow Creek ή ο απόμακρος φάρος ανήκουν μεταξύ των πλέον εντυπωσιακών, αν όχι επιβλητικών, του παιχνιδιού, γνώριμες βεβαίως από το παρελθόν, ενώ το αρχοντικό του Black Mirror έχει γίνει… αγνώριστο μετά την καταστροφή. Περαιτέρω, για μία ακόμη φορά έχει δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις αντανακλάσεις, τις σκιάσεις και βεβαίως στην απόδοση των καιρικών φαινομένων. Ο οπτικός τομέας υστερεί στο lip sync των χαρακτήρων και κυρίως στα animations αυτών, ιδιαίτερα σε στιγμές έντονων διαλόγων, όπου οι κινήσεις τους συχνά δεν ανταποκρίνονται όπως θα έπρεπε στη συναισθηματική φόρτισή τους, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του αντιήρωα.

7 antiiroa

Το Black Mirror III διατηρεί αναλλοίωτη την ταυτότητα τόσο του franchise, γενικότερα, όσο και του προκατόχου του, ξεχωριστά, παρότι σε σχέση με τον τελευταίο υπάρχουν ανακατατάξεις στο έμψυχο δυναμικό. Ο Michael Holzapfel, ο οποίος στο πρώτο sequel συμμετείχε μαζί με τον Thomas Fischer κυρίως στο additional game design και το scripting, αυτή τη φορά είναι επικεφαλής του project, ως producer και director, ενώ εμφανίζεται επίσης ως co-writer και co-designer μαζί με την Anne von Vaszary. Η τελευταία επανέρχεται στους ρόλους αυτούς μεταξύ άλλων, μαζί πλέον και με τον Fisher, που υπογράφει επίσης ως lead game designer, ενώ ως art director επιστρέφει ο Matthias Andre.

Το παιχνίδι εναρμονίζει υπέροχα τον ήχο με όσα διαδραματίζονται επί της οθόνης: μια αλληλεπίδραση με ένα αντικείμενο, μια απόκριση σε ένα διάλογο ή ακόμη και ένα απάντημα του Adrian με κάποιον τρίτο, πυροδοτούν ηχητικά εφέ ή την ανάλογη μουσική, τα οποία εκτοξεύουν την ένταση της στιγμής. Τόσο τα περιβαλλοντικά εφέ όσο και τα… απόκοσμα, που κάθε άλλο παρά ασυνήθιστα είναι στη σειρά, αποτελούν από τα δυνατότερα χαρακτηριστικά του τομέα, ενώ η ευρύτερη γοτθική διάσταση και αυτού του τίτλου επενδύεται κατάλληλα από τα κρωξίματα ορατών και αόρατων κορακιών στους ανοικτούς χώρους. Κλικάροντας στα πρώτα ξεκλειδώνεται κάθε φορά και μια εικόνα στα extras του game, είτε αυτή αφορά concept art, κάποιο wallpaper ενδεχομένως, και διάφορα άλλα. Το δε άκρως ατμοσφαιρικό soundtrack φέρει για τρίτη συνεχόμενη φορά τη «σφραγίδα» του Τσέχου Zdeněk Houb, ίσως στην πιο ολοκληρωμένη -αν όχι την καλύτερη- δουλειά του στη σειρά, ενώ ο άσημος Tony Babcock επανέρχεται στον πρωταγωνιστικό ρόλο, κυμαινόμενος σε ικανοποιητικά επίπεδα, ανάλογα της προηγούμενης φοράς, όπως και το υπόλοιπο cast των ηθοποιών.

8 ithopoiwn

Στα αρνητικά της δημιουργίας της Cranberry κυρίαρχη θέση κατέχουν δύο game breaking bugs, τα οποία αντιμετώπισα στο τέταρτο και έκτο κεφάλαιο. Το πρώτο είναι ευρέως γνωστό στο διαδίκτυο και δεν διορθώθηκε ποτέ, ενώ το δεύτερο ξεκινά από ένα glitch κατά τη διαδικασία επίλυσης ενός puzzle, μέχρι που σε επόμενη φάση καταλήγεις τελικά με μη ανταποκρινόμενο κέρσορα. Στην πρώτη περίπτωση το bug αντιμετωπίζεται ενεργοποιώντας τις βοήθειες του παιχνιδιού. Με αυτές εμφανίζεται μετά από λίγη ώρα ένας εικονικός μοχλός, τον οποίο και πατάς για να κάνεις skip το γρίφο. Στη δεύτερη περίπτωση υποχρεώνεσαι σε Alt + F4, φορτώνοντας προηγούμενο save και αποφεύγοντας την ίδια προσέγγιση που θα σε οδηγήσει στο σχετικό αδιέξοδο. Δυστυχώς, μάλιστα, το τελευταίο προκύπτει επί της ουσίας ακριβώς τη στιγμή που φτάνεις στη λύση του puzzle, το οποίο όμως δεν ήταν σχεδιασμένο να λυθεί μ’ αυτόν τον τρόπο! Εξαιρώντας αυτά τα προβληματικά σημεία, χρειάστηκα περίπου 26,5 ώρες καθαρού χρόνου προκειμένου να φτάσω στους τίτλους τέλους.

9 telous

Ολοκληρώνοντας την τριλογία των Black Mirror μπορώ να πω με ασφάλεια ότι τη λάτρεψα. Το concept που δημιούργησε ο τίτλος του 2003 και ο τρόπος με τον οποίο αυτό αξιοποιήθηκε και εξελίχθηκε, ιδίως στον τεχνικό τομέα, αναδεικνύοντας σχεδόν σε κάθε έκφανση τη μεσαιωνικού χαρακτήρα αισθητική του, παρότι διαδραματίζεται στον 20ό αιώνα, συνιστά αξιοσημείωτο επίτευγμα. Η «σκοτεινιά» του franchise, το οποίο αποπνέει μυστήριο σε κάθε στιγμή και τροφοδοτεί με τη σειρά του την αγωνία, σε συνδυασμό με την εξαιρετική δομή της ιστορίας και των τριών κεφαλαίων, παράγει ένα σπουδαίο όσο και χορταστικό αποτέλεσμα, καθώς όλα τα παιχνίδια είναι μεγάλης διάρκειας, η οποία δεν προκύπτει απλώς και μόνο από τη δυσκολία τους. Παίζοντας χωρίς βοήθειες, αφιέρωσα περισσότερες από 75 ώρες συνολικά στο συγκεκριμένο σύμπαν, απολαμβάνοντας καθεμία ξεχωριστά. Στην προσωπική λίστα μου με τις πλέον αγαπημένες adventure σειρές έως τώρα, αν δεν βρίσκονται στην κορυφή για όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, τα Black Mirror τοποθετούνται αμέσως μετά τα Syberia, το τρίτο μέρος των οποίων ωστόσο δεν συμπεριλαμβάνεται στις καλές στιγμές αυτών.

10 autwn

Κάποια χρόνια μετά το Black Mirror III: Final Fear, η αυστριακή THQ Nordic, η οποία εν τω μεταξύ είχε αποκτήσει τα δικαιώματα του brand, θέλησε να δώσει συνέχεια σ’ αυτό μέσα από την επανεκκίνησή του. Την ευθύνη ανάπτυξης του reboot παρέδωσε στη γερμανική King Art Games, ήδη έμπειρη στο genre μέσα από τη σειρά The Book of Unwritten Tales αλλά και το Raven: Legacy of a Master Thief. Πράγματι, το Black Mirror, όπως ήταν ο λιτός τίτλος του νέου παιχνιδιού, κυκλοφόρησε εν τέλει το 2017, δίχως όμως να καταφέρει να αρθεί στο ύψος της original τριλογίας, εισπράττοντας μετριότατες κριτικές για μια σειρά τεχνικών προβλημάτων αλλά και για την πολύ μικρή διάρκειά του. Ανεξαρτήτως αυτού, η ιστορία είχε ήδη γραφτεί για τους τελευταίους απογόνους του Οίκου των Gordon, εξασφαλίζοντας ξεχωριστή θέση στη συνείδηση όσων είχαν προλάβει να βυθιστούν στην καταχνιασμένη κλειστή κοινωνία του Willow Creek και τη σχεδόν απόκοσμη, γεμάτη μυστήριο αύρα της έπαυλης του Black Mirror.

Το Μάτι της Αυγής
Ο Οίκος των Gordon
 

Comments

No comments made yet. Be the first to submit a comment
Already Registered? Login Here
Guest
Tuesday, 17 May 2022

Captcha Image

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://www.gameworld.gr/

Notification