Οι «Αναλώσιμοι» στο Broforce: The Expendabros!

Οι «Αναλώσιμοι» στο Broforce: The Expendabros!

Μια αγαπημένη μου συνήθεια το τελευταίο διάστημα είναι να συνδέομαι στο Steam και να πηγαίνω στην κατηγορία των free to play παιχνιδιών αναζητώντας τίτλους οι οποίοι θα μου κινήσουν το ενδιαφέρον, αλλά ταυτόχρονα θα ανταποκρίνονται και σε συγκεκριμένα ποιοτικά στάνταρ. Καθώς όμως δεν είμαι λάτρης ούτε των MOBA ούτε των MMORPG ή Survival είναι πρόδηλο ότι το να βρω κάτι που θα συμβαδίζει με τις απαιτήσεις μου μόνο εύκολη υπόθεση δεν είναι. Φροντίζω να αναζητώ κατά βάση 2D platform games και adventures, καθώς εκεί είναι πιθανότερο να ξετρυπώσεις μικρά «διαμάντια». Και πράγματι, αυτή τη φορά στάθηκα τυχερός καθώς ανακάλυψα το φοβερό και τρομερό… The Expendabros, με όνομα που θυμίζει κάτι από υπερήρωες comics και όχι μόνο!

Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένας crossover τίτλος ο οποίος όταν κυκλοφόρησε πέρυσι το καλοκαίρι είχε ως στόχο δύο βασικά πράγματα. Αφενός να παρουσιάσει στους gamers το εκρηκτικό gameplay του… κυρίως μενού, που δεν είναι άλλο από το Broforce. Το συγκεκριμένο, εκείνο τον καιρό βρισκόταν σε early access στο Steam, ενώ μόλις πριν από δύο εβδομάδες, στις 15 Οκτωβρίου, κυκλοφόρησε και επίσημα στην τιμή των 14 ευρώ. Η βασική διαφορά στο Expendabros είναι ότι ο παίκτης έχει τη δυνατότητα να παίξει τις αποστολές του με τους πρωταγωνιστές της πολύ γνωστής ταινίας «The Expendables 3» (ελληνιστί «Οι Αναλώσιμοι»), η οποία είχε κάνει πρεμιέρα στο Λονδίνο στις 4 Αυγούστου 2014, ενώ το παιχνίδι -που ακόμη και ο τίτλος του μαρτυρά την crossover φύση του- έγινε διαθέσιμο την επομένη στο Steam.

Αμφότερα τα games είναι 2D side-scrolling run and gun platform και αυτό που μας απασχολεί εν προκειμένω δε λειτούργησε παρά ως μια εναλλακτική εισαγωγή -κατά κάποιο τρόπο- και άτυπος πρόλογος του Broforce, πετυχαίνοντας με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια: Την προώθηση του παιχνιδιού, που ήταν και το μεγάλο ωφελημένο, και βεβαίως της ταινίας. Κάπως έτσι, όσοι ασχοληθούν με το Expendabros θα έχουν τη δυνατότητα να παίξουν με τους χαρακτήρες του blockbuster, τους οποίους ενσαρκώνουν οι Sylvester Stallone, Jason Statham, Dolph Lundgren, Terry Crews, Wesley Snipes, Randy Couture και, βεβαίως, Arnold Schwarzenegger. Κι αν τα ονόματα των ηρώων εμφανίζονται ελαφρώς διαφοροποιημένα σε σχέση με την ταινία (π.χ. Broney Ross αντί για Barney Ross όσον αφορά τον Σταλόνε), εντούτοις τόσο οι ίδιοι εν ώρα δράσης όσο και οι καρικατούρες τους είναι αντιπροσωπευτικές των πραγματικών ηθοποιών, τηρουμένων των αναλογιών.

Το παιχνίδι, φυσικά, όπως μαρτυρούν τα screenshots, διαδραματίζεται σε ένα αποκλειστικά 8-bit περιβάλλον, το οποίο παρά το… απαρχαιωμένο του ύφος είναι πανέμορφο εικαστικά κατορθώνοντας να συνταιριάξει αρμονικά το παρελθόν με το παρόν. Κάπου εδώ αξίζει να κάνουμε ιδιαίτερη μνεία στο γεγονός ότι παρατηρείται πολύ σημαντική αναβίωση αυτού του τύπου παιχνιδιών, με το Shovel Knight να είναι ίσως η πιο αξιοσημείωτη αναφορά… μέχρι τώρα. Κι αυτό γιατί κρίνοντας από το Expendabros, που μοιάζει σαν ένα… demo του Broforce, το τελευταίο πιστεύω ακράδαντα ότι θα κάνει θραύση στους fans του είδους και όχι μόνο, με την ποικιλία στο gameplay και την πώρωση που αυτό προκαλεί.

Όπως στην τριλογία των «Αναλώσιμων» έτσι και στο παιχνίδι μας, ο κάθε ήρωας ειδικεύεται σε συγκεκριμένου τύπου όπλα έχοντας αντίστοιχα special powers, με το αποτέλεσμα να είναι εντυπωσιακό. Και δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, καθώς το περιβάλλον του παιχνιδιού είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου καταστρέψιμο, ενώ οι πάσης φύσεως εκρήξεις αποτελούν την επιτομή της διασκέδασης. Έτσι, λοιπόν, ο Stallone (για να συνεννοούμαστε) είναι expert στα Dual Pistols, ο Statham στα… ιπτάμενα στιλέτα, ο Lundgren χρησιμοποιεί Stickybomb Launcher, ο Crews εκτελεί με Minigun, ο Snipes είναι ένας proper artist with a knife όπως λέει και το τραγούδι, ο Couture πυρπολεί τα πάντα με Dragon’s Breath Shotgun και ο Schwarzenegger εξολοθρεύει ό,τι κινείται με Auto Shotgun. Οι… ειδικές δυνάμεις του καθενός ποικίλουν από χειροβομβίδες και μαχαίρια μέχρι… τηλεκατευθυνόμενο – βόμβα που δεν ελέγχει άλλος από τον… τρελό της παρέας, Gunner Jensen aka Dolph Lundgren.

Ο χειρισμός του εκάστοτε ήρωα δε θα μπορούσε να είναι πιο απλός, καθώς γίνεται με τα βελάκια κατεύθυνσης (το πάνω χρησιμεύει και ως άλμα) και τρία ακόμη πλήκτρα. Z για fire, X για special powers (που είναι τρεις -με εξαίρεση του Caesar aka Terry Crews που έχει πέντε βολές- συνεπώς πρέπει να γίνεται ορθή χρήση τουλάχιστον μέχρι να βρεθεί κουτί με ammo) και C για melee attack (με μαχαίρι) και use. Ανά τακτά διαστήματα, υπάρχουν φυλακισμένοι, απελευθερώνοντας τους οποίους το έπαθλο είναι +1 ζωή, ενώ μ’ αυτόν τον τρόπο ξεκλειδώνονται οι υπόλοιποι χαρακτήρες μετά τον Σταλόνε, με τη σειρά που αναφέρθηκαν νωρίτερα. Κάθε ήρωας μπορεί να σκαρφαλώνει σε τοίχους με το μαχαίρι του να κρέμεται από καλώδια, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις δίνεται η δυνατότητα να… σκάψεις το υπέδαφος πυροβολώντας, προκειμένου να προχωρήσεις αποφεύγοντας εχθρούς. Τα λιγοστά bosses αυτού του παιχνιδιού – δείγματος είναι αρκετά δύσκολα, τουλάχιστον μέχρι να βρεις τον κατάλληλο τρόπο να τα βγάλεις, συνεπώς στη συνέχεια καθίσταται θέμα κάποιων λεπτών.

Οι εχθροί ποικίλουν, κάτι που συμβάλλει τα μέγιστα στην αύξηση του ενδιαφέροντος. Μεταξύ αυτών υπάρχουν εκείνοι που φέρουν rifle, που είναι ζωσμένοι με εκρηκτικά, που εκτοξεύουν ρουκέτες, άλλοι πιο μεγαλόσωμοι που είναι οπλισμένοι με Minigun, ενώ υπάρχουν ακόμη και άγρια σκυλιά κι από εκεί και πέρα φορτηγά που πυροδοτούν τεράστιες οβίδες. Ο ήρωας, από την πλευρά του, για να πετύχει μαζικότερες εκκαθαρίσεις εχθρών μπορεί να εκμεταλλευθεί το περιβάλλον καταστρέφοντάς το, πυροβολώντας -ενδεικτικά- επάνω σε βαρέλια με βενζίνη ή άλλο εύφλεκτο υλικό ή γκρεμίζοντάς τους σε περιστρεφόμενους πριονωτούς δίσκους που τους διαμελίζουν. Το οπτικό αποτέλεσμα σε όλα αυτά καταφέρνει να εντυπωσιάσει ακόμη και στα 8-bit!

Τα ηχητικά εφέ είναι εξαιρετικά και ίσως καλύτερα απ’ ό,τι θα περίμενε κάποιος σε ένα τέτοιο game, ενώ «δυνατά» κομμάτια από τη metal και rock σκηνή συνθέτουν το soundtrack ξεφεύγοντας, επί παραδείγματι, από τον εντελώς retro ήχο του Shovel Knight. Όσον αφορά τη διάρκειά του παιχνιδιού, όπως προκύπτει από όσα σποραδικά αναφέρθηκαν προηγουμένως, είναι βεβαίως πάρα πολύ μικρή. Στο διαδίκτυο αρκετοί λένε ότι κατάφεραν να το τερματίσουν μέσα σε μία ώρα περίπου, λίγο πάνω ή λίγο κάτω. Αν όμως αποδειχθείτε… σαπάκια στο πρώτο playthrough και αργήσετε να μπείτε στο κλίμα όπως ο υπογράφων, δυσκολευτείτε σε κάποια σημεία ή τα 2-3 bosses, ή αν στην πρώτη μισή ώρα αποφασίσετε ότι «πρέπει» να σκοτώνετε ό,τι κινείται και να καταστρέψετε ό,τι διαλύεται, τότε μην εκπλαγείτε αν χρειαστείτε τριπλάσιο χρόνο.

Το Expendabros δεν είναι ένα ολοκληρωμένο game. Ποτέ δε σκόπευε να γίνει κάτι τέτοιο. Ήταν και αποτελεί το ορεκτικό πριν από το κυρίως πιάτο που είναι το Broforce, όμως είναι το μόνο που δίνει τη δυνατότητα να παίξεις με κάποιους από τους κορυφαίους ηθοποιούς δράσης όπως αυτοί παρήλασαν… εν αφθονία και από την τρίτη ταινία των «Αναλώσιμων». Με ένα τόσο διασκεδαστικό και απολαυστικό gameplay, retro αισθητική και τους stars του κινηματογράφου επί της οθόνης… έστω και σ’ αυτή τη version, ήταν δεδομένο ότι θα εξασφαλίσει την εύνοια των gamers σε ποσοστό 97% στο Steam ως προς τις θετικές κριτικές, ενώ στο ίδιο ακριβώς νούμερο κυμαίνεται αυτή τη στιγμή και το Broforce. Όσοι σκέφτονται να αποκτήσουν το τελευταίο, μια δοκιμή στο δωρεάν Expendabros είμαι σίγουρος πως θα τους πείσει.

Continue reading
  964 Hits
  0 Comments

Στροφή στα mobile games: LandFort

Στροφή στα mobile games: LandFort

Είναι αλήθεια ότι τα παιχνίδια στα κινητά τηλέφωνα ποτέ δε με συγκινούσαν ιδιαίτερα. Ανήκω στην κατηγορία των σκληροπυρηνικών PC gamers και αναγνωρίζω σε ύψιστο βαθμό τους τίτλους που κυκλοφορούν στις μεγάλες κονσόλες της Sony και της Microsoft (οι οποίες έχουν απομείνει τώρα). Εντούτοις, αυτές τις μέρες σκέφτηκα να κάνω ένα διάλειμμα από τα… τετριμμένα και να ασχοληθώ με δύο free to play τίτλους που μου κέντρισαν το ενδιαφέρον το τελευταίο διάστημα. Το πρώτο δεν είναι άλλο από το Downton Abbey: Mysteries of the Manor, καθώς είμαι φανατικός της γνωστής τηλεοπτικής σειράς του BBC, η οποία διανύει τον έκτο και τελευταίο κύκλο της. Ωστόσο, πήρα την απόφαση να ασχοληθώ με το Android μου μετά την είδηση για την κυκλοφορία ενός ελληνικού game, το οποίο μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον από την πρώτη στιγμή.

Το LandFort είναι ένα παιχνίδι Physics-Based Platform Shooter, όπως παρουσιάζεται από την εταιρία, ουσιαστικά ένα Tower Defense με στοιχεία RPG που βασίζονται στις συνεχείς αναβαθμίσεις του ήρωα και του μικρού στρατού που θα δημιουργήσει στη συνέχεια. Στόχος αυτού είναι να καταφέρει να πάρει πίσω το βασίλειο που έκλεψε ο δαίμονας άρχοντας Devenoth και τα minions του περνώντας αλώβητος από 20 κάστρα και σκοτώνοντας το σύνολο των εχθρών, που ανέρχονται σε 88. Ομολογώ ότι ο τίτλος αυτός είναι ένας από τους πλέον εθιστικούς που έχω παίξει γενικώς, καθώς κάθε φορά που χάνεις σε βάζει να σκέφτεσαι τις κινήσεις που έπρεπε να κάνεις για να προχωρήσεις περισσότερο και, κυρίως, σε ποιες αναβαθμίσεις χρειάζεται να επενδύσεις τα χρήματα που κέρδισες από αυτήν την προσπάθεια. Το παιχνίδι είναι πάρα πολύ δύσκολο -καθώς δεν υπάρχει save κι αν χάσεις, ξεκινάς από την αρχή- και για να καταφέρω να δω τα πυροτεχνήματα του τέλους χρειάστηκα περίπου 25 ώρες!

Ο ήρωας είναι ένας βαλλιστροφόρος με τέσσερα attributes τα οποία αναβαθμίζονται συνεχώς. Πέραν του strength και του armor υπάρχει το intellect, που αυξάνει το damage που προκαλούν τα abilities του (rage, arrow barrage, cannonball barrage, explosive shot), και το tactics που μειώνει το cooldown τους. Φυσικά, για όλα αυτά και τις αναβαθμίσεις των ίδιων των abilities απαιτούνται coins, τα οποία αποκτούνται είτε μέσω χρημάτων είτε από τους εχθρούς που σκοτώνεις σε κάθε μάχη. Αυτοί διακρίνονται σε πετροβόλους, τοξότες, βαλλιστροφόρους, πυροβολητές και κανονιέρηδες και δίνουν 10-50 coins αντίστοιχα. Επειδή, όμως, ένας κούκος δε φέρνει την άνοιξη, ο ήρωάς μας έχει τη δυνατότητα να κάνει recruit έως και τέσσερις ακόμη στρατιώτες, τους οποίους μπορεί ο καθένας να αναβαθμίσει με το… αζημίωτο, έστω και εικονικό.

Ξεκινούν κι αυτοί από stone throwers, ενώ φτάνουν στα κανόνια όπως οι εχθροί τους, εξαιρώντας την κατηγορία της βαλλίστρας. Προσωπικά, τερμάτισα το game με δύο κανόνια να συνοδεύουν τον ήρωα που έφτασε μέχρι Level 14 και χωρίς να ξεκλειδώσω το explosive shot, ακόμη κι έτσι όμως όλα αυτά συνεπάγονται δεκάδες ώρες gameplay. Για τους… ανυπόμονους υπάρχει η επιλογή αγοράς coins με πραγματικά χρήματα, που ξεκινούν από ένα ευρώ και φτάνουν μέχρι τα 50 για 450.000 coins(!), αν φυσικά θέλει κάποιος να ξεκλειδώσει τα πάντα. Για να τερματίσει το παιχνίδι πιστεύω ότι 10 ευρώ για 75.000 coins μπορούν να αποδειχθούν αρκετά, τουλάχιστον με σωστή διαχείριση στην κατανομή τους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα physics του παιχνιδιού, που είναι ένα από τα χαρακτηριστικά τα οποία τονίζονται περισσότερο. Το πεδίο βολής, η καμπύλη που θα διαγράψει η τροχιά της, η ίδια η δύναμή της, όλα καθορίζονται με απόλυτη ακρίβεια από τον τρόπο με τον οποίο θα κινήσει κάποιος το δάχτυλο επάνω στην οθόνη. Σε περίπτωση, δε, που το εκάστοτε βλήμα χτυπήσει στο έδαφος, αυτό θα του απορροφήσει μέρος της δύναμής του, ωστόσο το ίδιο θα αναπηδήσει κι είναι πιθανό να προκαλέσει damage ακόμη και διά της τεθλασμένης! Το ίδιο ισχύει και για τις βολές των εχθρών. Επιπροσθέτως, και καθώς η σωστή στόχευση παίζει πολύ σημαντικό ρόλο, θέλει ιδιαίτερη προσοχή στο σημείο που θα σημαδέψεις, καθώς ρίχνοντας μια πέτρινη ή ξύλινη κολόνα μπορείς να γκρεμίσεις σχεδόν ολόκληρο το κάστρο προκαλώντας damage σε περισσότερους από έναν εχθρούς, κι ακόμη περισσότερο εάν σημαδέψεις σε κάποιο από τα κιβώτια με εκρηκτικά, τα οποία υπάρχουν σε κάθε επίπεδο. Κολόνες οι οποίες ταλαντεύονται με πολύ ομαλό τρόπο και μπορεί ακόμη και μια σχεδόν «τζούφια» βολή να προκαλέσει ένα ντόμινο κατεδάφισης.

Τα γραφικά είναι πολύ όμορφα και ευχάριστα, είναι κρίσιμο δε ότι το φόντο δεν κουράζει -παρότι παραμένει σταθερό σε όλη την πορεία- με το γαλάζιο του ουρανού, το πράσινο της GrassLand (όπου λαμβάνει χώρα το παιχνίδι) και το καφέ πετρώδες υπέδαφος να «δένουν» αρμονικά και με ζωντάνια. Τα οπτικά εφέ είναι αρκετά εντυπωσιακά, ιδίως στις στιγμές των εκρήξεων και των κατεδαφίσεων, ενώ τα ηχητικά καταφέρνουν να ξεχωρίσουν. Κι αυτό γιατί κάθε όπλο κάνει έναν ξεχωριστό, πολύ χαρακτηριστικό θόρυβο, τόσο τη στιγμή του πυρός όσο και κατά την όπλιση. Το soundtrack του παιχνιδιού είναι ιδιαίτερα όμορφο και αποτελείται από τρία μικρά κομμάτια του Kevin MacLeod, τα Our Story Begins, Dark Star και Devastation and Revenge.

Τα δύο πρώτα είναι για τα μενού, ενώ το τρίτο για τη διάρκεια του παιχνιδιού, κάτι που όμως γίνεται επαναλαμβανόμενο. Ανεξαρτήτως αυτού, υπάρχει δυνατότητα απενεργοποίησης της μουσικής ή/και των ηχητικών εφέ. Εδώ να προσθέσω ότι η μουσική του MacLeod έχει γίνει ίσως περισσότερο γνωστή στους gamers από το Sherlock Holmes: Crimes & Punishments, το οποίο κυκλοφόρησε πέρυσι. Κλείνοντας, το LandFort αποτελεί μια εξαιρετική free to play επιλογή και μια αξιολογότατη ελληνική δημιουργία που υπόσχεται να «κολλήσει» ακόμη κι αυτούς που δεν το περιμένουν. Πρόκειται για μια κλασική περίπτωση… Pringles στο χώρο των mobile games: Μετά το ποπ, δεν έχει στοπ!

Continue reading
Recent Comments
Manos
Πολύ καλή ανάλυση Παναγιώτη! Worth reading and playing.
Sunday, 25 October 2015 00:59
matasoft
Παναγιώτη σε ευχαριστώ για αυτό το υπέροχο άρθρο! Έκανες τέτοια ανάλυση που πραγματικά εγώ δεν θα μπορούσα να κάνω. Χαίρομαι που σ... Read More
Sunday, 25 October 2015 08:35
Professor_Severus_Snape
Συγχαρητήρια για την πολύ καλή δουλειά που έχεις κάνει, διαθέτοντας μάλιστα το game δωρεάν. Προσωπικά, θα φροντίσω να είμαι ενήμερ... Read More
Sunday, 25 October 2015 10:57
  1038 Hits
  3 Comments

Κλεφτοπόλεμος με έναν Saboteur

Κλεφτοπόλεμος με έναν Saboteur

Αν η gaming βιομηχανία βρίθει από κάτι είναι οι τίτλοι που σχετίζονται με το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το καταστροφικό αυτό γεγονός για την ανθρωπότητα και τον πλανήτη έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για αμέτρητους κλάδους της τέχνης, όπως ο κινηματογράφος, η μουσική, η ζωγραφική. Τα games δεν αποτελούν εξαίρεση καθώς μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει εκατοντάδες με τη συγκεκριμένη θεματολογία, ανήκοντα κατά βάση στην κατηγορία των action shooter και strategy. Παιχνίδια που αναπαριστούν μεγάλες μάχες ή άλλες λιγότερο γνωστές, προσπαθώντας να προσομοιώσουν τις συνθήκες που επικρατούσαν και να τοποθετήσουν τον παίκτη στην καρδιά της δράσης. Κάποια τα καταφέρνουν περίφημα και άλλα όχι τόσο, όμως σχεδόν στο σύνολό τους «συμφωνούν» στο τελευταίο δίνοντας έναν τόνο επανάληψης: Υπάρχει το πεδίο της μάχης κι εκεί καλείσαι να αντεπεξέλθεις. Όπως τραγουδούν κι οι Iron Maiden, «Nowhere to run, nowhere to hide, you've got to kill to stay alive».

Έχει, όμως, αναρωτηθεί κάποιος τι ακριβώς συνέβαινε σε μη εμπόλεμες περιοχές; Την απάντηση για εκείνα τα χρόνια μπορούν σίγουρα να δώσουν οι παππούδες μας ως αυτόπτες μάρτυρες, καθώς και οι γηραιότεροι άλλων χωρών. Πώς ήταν να ζεις κάτω από τη ναζιστική μπότα με τη ζωή σου να κινδυνεύει ανά πάσα ώρα και στιγμή και τις σημαίες με τον δεξιόστροφο αγκυλωτό σταυρό να υψώνονται όπου γυρνούσες το κεφάλι σου; Υπήρχε αντίσταση και ποίας μορφής ήταν; Αυτό ακριβώς το κενό στα games ήρθε να καλύψει το Δεκέμβριο του 2009 το Saboteur. Και όχι μόνο να το καλύψει, αλλά και να ανανεώσει την κατηγορία των σχετικών με τον εν λόγω πόλεμο τίτλων προσφέροντας μία μάλλον πρωτόγνωρη third person action – adventure εμπειρία, στα πρότυπα μεν άλλων γνωστών παιχνιδιών, αλλά με ένα εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Πόσες φορές δεν έχουμε συναντήσει triple A titles ή άλλους κατώτερους, όπως τις σειρές GTA, Mafia, Driver και ουκ ολίγα παρεμφερή games; Το μοτίβο είναι σε γενικές γραμμές ίδιο: Όπλα, ναρκωτικά, πόρνες, συμμορίες, μαφία, σε όλες τις πιθανές και απίθανες εκδοχές τους.

Το Saboteur ξεφεύγει ολοκληρωτικά από τα συγκεκριμένα στερεότυπα και μας μεταφέρει στο κατεχόμενο Παρίσι όπου ο ναζιστικός ζυγός σφίγγει καθημερινά τη θηλιά γύρω από τους απλούς πολίτες μετατρέποντας το βίο τους σε αβίωτο. Υπάρχουν όμως και κάποιοι οι οποίοι αντιστέκονται. Πρωταγωνιστής του παιχνιδιού είναι ο Ιρλανδός Sean Devlin, ένας μηχανικός αγωνιστικών αυτοκινήτων κυρίως, αλλά και οδηγός αγώνων. Η υπόθεση είναι εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα και τον υπαρκτό William Grover-Williams, ο οποίος γεννήθηκε στη Γαλλία στις 16/1/1903 από Άγγλο πατέρα και Γαλλίδα μητέρα και δολοφονήθηκε από τους Ναζί το Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 1945 στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Σάξενχαουζεν. Ο συγκεκριμένος υπήρξε οδηγός αγώνων της Formula 1 και πρώτος νικητής του θρυλικού Grand Prix του Μονακό το 1929 με Bugatti! Μετά την κατοχή της Γαλλίας έφυγε για την Αγγλία όπου και κατετάγη στο Royal Army Service Corps, επιστρέφοντας και πάλι στη γενέτειρά του για να ενισχύσει με κάθε τρόπο τη γαλλική Αντίσταση και μάλιστα με τη βοήθεια ενός φίλου του, επίσης οδηγού αγώνων, τον Robert Benoist.

Κοινώς, το ιστορικό υπόβαθρο του παιχνιδιού είναι όχι απλώς έντονο, αλλά και πολύ ενδιαφέρον καθώς ο gamer εισάγεται σε ένα open world περιβάλλον όπου καλείται ως Sean Devlin να δώσει τη δική του μάχη. Όχι στα χαρακώματα, ούτε σε ανοιχτό πεδίο. Η ιστορία του δε θα γίνει θρύλος και όταν ολοκληρώσει το ρόλο του σ’ αυτόν τον πόλεμο ελάχιστοι θα τον θυμούνται. Αλλά υπήρξαν κι αυτοί οι ήρωες. Όσοι έδωσαν τον αγώνα τους προσπαθώντας να «χτυπήσουν» τον εχθρό σε άλλα σημεία του, κάνοντας έναν πραγματικό κλεφτοπόλεμο με τους Ναζί, αποδυναμώνοντάς τους με κάθε τρόπο. Αυτός είναι κι ο ρόλος του Sean. Στη διάρκεια του παιχνιδιού θα έχει τη δυνατότητα να περιπλανηθεί σε έναν αρκετά μεγάλο χάρτη του Παρισιού και των περιχώρων του και να αναλάβει πλήθος αποστολών με βασικότερο στόχο αυτό που ορίζει ο τίτλος του παιχνιδιού: Το σαμποτάζ!

Πίσω από τις άμυνες του εχθρού, εκεί όπου απαιτούνται τεράστια τόλμη, θάρρος και θράσος για να βρεθεί κάποιος, ο ήρωας θα γίνει βασικός αρωγός της Αντίστασης στην προσπάθειά του να πάρει εκδίκηση για το θάνατο του αδελφικού του φίλου, Jules, από τον Συνταγματάρχη και επίσης οδηγό αγώνων, Kurt Dierker. Θα κληθεί να εξουδετερώσει ουκ ολίγους στόχους ουσιαστικούς αλλά και συμβολικούς, όπως περιφρουρούμενους στρατηγούς, τεράστια κανόνια τοποθετημένα σε υψηλά σημεία της πόλης και όχι μόνο, εργοστάσια που πλέον παράγουν για λογαριασμό των Ναζί, καθώς και να απελευθερώσει αντιστασιακούς αιχμαλώτους, όλα αυτά παρεισφρέοντας σε βαρέως εξοπλισμένες περιοχές ή στρατόπεδα που υπόσχονται να του κάνουν τη ζωή ιδιαίτερα δύσκολη.

Η δυσκολία του παιχνιδιού είναι σχετικώς σταδιακά αυξανόμενη, αν και ορισμένες αποστολές «βγαίνουν» αρκετά εύκολα, ακόμη και πιο αργά μέσα σ’ αυτό. Παρά ταύτα, υπάρχουν πολλές στα πιο προχωρημένα στάδια, οι οποίες με δυσκόλεψαν αρκετά παίζοντας στο Feckin’ Hard, το ανώτερο difficulty level. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, χρειάστηκα περίπου 23,5 ώρες για να κάνω το σύνολο των διαθέσιμων αποστολών του παιχνιδιού. Σ’ αυτές δεν υπολογίζονται οι αμέτρητοι στόχοι προς ανατίναξη σε όλο το μήκος και το πλάτος του χάρτη, οι οποίοι συμπεριλαμβάνουν -αλλά δεν περιορίζονται σε- sniper’s nests, radars, εγκαταστάσεις τροφοδοσίας, τεθωρακισμένα αυτοκίνητα, τανκς, πύργους επικοινωνίας και μεγάφωνα προπαγάνδας.

Η ατμόσφαιρα του Saboteur είναι εξαιρετική και στη διαμόρφωσή της παίζουν σημαντικό ρόλο πολλοί τομείς. Ο πλέον πρωτότυπος σχετίζεται με τη χρωματική παλέτα του game, καθώς στο ξεκίνημα σχεδόν τα πάντα είναι ασπρόμαυρα με εξαίρεση το απειλητικό κατακόκκινο των τεραστίων ναζιστικών σημαιών, των αντιστοίχων περιβραχιονίων των Ναζί και του αίματος. Μ’ αυτόν τον πολύ έξυπνο τρόπο και έναν κατάμαυρο ουρανό αποδίδεται η κυριαρχία της μεγαλύτερης δύναμης του Άξονα στην εκάστοτε περιοχή. Ο μόνος τρόπος να επιστρέψει σε καθεμία ο ήλιος, το γαλάζιο ψηλά και το πράσινο στα δέντρα και τα λουλούδια είναι συνυφασμένος με την Αντίσταση και τον Sean, ο οποίος βοηθά στην επαναφορά του χρώματος, της ελπίδας και της ζωής εξουδετερώνοντας κομβικούς στόχους σε ορισμένες εκ των αποστολών που αναλαμβάνει.

Πέραν αυτού, οι ηθοποιοί που δανείζουν τις φωνές τους στους χαρακτήρες τα καταφέρνουν περίφημα στο σύνολό τους, αναδεικνύοντας αποτελεσματικά όλες τις αρετές ενός πολύ καλού σεναρίου. Στο ρόλο του πρωταγωνιστή συναντούμε τον Robin Atkin Downes, ο οποίος το 2013 ανέλαβε αυτόν του Conrad Roth, φίλου του πατέρα της Lara Croft και προστάτη της ίδιας στο reboot του Tomb Raider. Ακόμη πιο γνωστό όνομα στους gamers, αλλά όχι σε πρωταγωνιστικό ρόλο εν προκειμένω, βρίσκουμε τον Nolan North, τον Nathan Drake της σειράς Uncharted και Desmond Miles της σειράς Assassin’s Creed. Για τους λάτρεις του κινηματογράφου, σε αντίστοιχης εμβέλειας ρόλους μπορεί κάποιος να ακούσει τους Graham McTavish (The Hobbit trilogy, John Rambo) και John Noble (Lord of the Rings: The Two Towers και The Return of the King).

Από εκεί και πέρα, η πόλη του Παρισιού αποτελεί σχεδόν πιστό αντίγραφο της πραγματικής, εκείνης της εποχής, με δρόμους γραφικούς και τα ιστορικά της μνημεία να δεσπόζουν μεγαλόπρεπα και επιβλητικά, όπως ο Πύργος του Άιφελ, η Παναγία των Παρισίων, το Λούβρο, η Αψίδα του Θριάμβου και, φυσικά, ο Σηκουάνας ποταμός. Τα αυτοκίνητα θυμίζουν αρκετά το Mafia, καθώς είναι παραπλήσιας εποχής, ωστόσο υπάρχουν πολύ περισσότερα αγωνιστικά, τα οποία βέβαια δεν κυκλοφορούν στους δρόμους, αλλά μπορεί να αποκτήσει κάποιος στην πορεία. Το καρέ της εξαιρετικής ατμόσφαιρας συμπληρώνει ιδανικά το απίστευτο jazz soundtrack, που αποτελείται ουσιαστικά από τα τραγούδια που συνοδεύουν το παιχνίδι. Θα αδικούσα αν εξαιρούσα κάποια, όμως θα ήταν ιεροσυλία να μην ξεχωρίσω τα Feeling Good από Nina Simone και Somebody Nobody Loves από Ella Fitzgerald, ενώ δε θα μπορούσα να μην αναφέρω τα Koop Island Blues από Koop, Dance Me To The End Of Love από Madeleine Peyroux, The Finger Points To You από Maxayn, L'Homme Que J'Adore από Allison Adams Tucker και Don't Do Me Wrong από Kacee Clanton. Κι αυτά είναι μόνο επτά από τα 35 πολύ όμορφα κομμάτια που ακούγονται, ορχηστρικά και μη.

http://vignette2.wikia.nocookie.net/the-saboteur/images/6/6d/Saboteur_2015-01-27_11-46-58-03.png/revision/latest/scale-to-width-down/1000?cb=20150127205005

Το παιχνίδι είναι πολύ εντυπωσιακό, ακόμη κι αν ίσως δεν του… φαίνεται από την πρώτη στιγμή. Υπάρχουν αποστολές που θα τις ζήλευαν ακόμη και κορυφαίοι τίτλοι αυτού του genre, με τρένα, Ζέπελιν, καταδιώξεις, αγώνες δρόμου, θεαματικές εκρήξεις και… όλα τα καλά! Τα γραφικά δεν είναι πρωτοκλασάτα, αλλά μπορούν να χαρακτηριστούν τουλάχιστον καλά και αρκετά ευχάριστα στο μάτι. Στον τομέα του ήχου οι ανατινάξεις είναι ιδιαίτερα πειστικές, ομοίως και η εκπυρσοκρότηση του εκάστοτε όπλου. Εκεί όπου υστερεί ξεκάθαρα είναι στους κινητήρες των αυτοκινήτων, καθώς σε πολλές περιπτώσεις το όχημα μοιάζει να… μουγγαίνεται από ένα σημείο και μετά, μέχρι τη στιγμή που θα πατήσεις φρένο ή θα κάνεις drift, ενώ η κόρνα είναι ουσιαστικά η ίδια σε όλα.

Στον τομέα του gameplay συναντούμε την δεύτερη αξιοσημείωτη καινοτομία του παιχνιδιού, υπό την έννοια ότι αναρριχητικές ικανότητες δεν έχουμε ξαναδεί σε games του είδους, με εξαίρεση τη σειρά Assassin’s Creed. Εν προκειμένω, μπορεί ο Sean να μην είναι ο Ezio Auditore ή κάποιος άλλος από τους πρωταγωνιστές των Assassin’s Creed games, ωστόσο μπορεί κι αυτός να σκαρφαλώνει με επιτυχία σε όλα τα κτίρια, αρκεί να υπάρχει σημείο για να κρατηθεί. Από τις σκεπές τους μπορεί να εξοντώσει περισσότερους εχθρούς και να αξιοποιήσει την αυξημένη κάλυψη που αυτές του παρέχουν, ενώ δύναται να αιωρηθεί και από καλώδια που συνδέουν δύο κτίσματα σε απόσταση. Επιπροσθέτως, ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό είναι η δυνατότητα του Sean να μεταμφιέζεται παίρνοντας τις στολές στρατιωτών, υπό την προϋπόθεση ότι τους έχει πλησιάσει απαρατήρητος και τους έχει σκοτώσει μόνο με μπουνιές και κλωτσιές, ώστε να μην υπάρχει αίμα στα ρούχα τους. Μ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να διεισδύσει σε απαγορευμένες ζώνες προσεγγίζοντας το στόχο του με μεγαλύτερη ευκολία, προσέχοντας όμως ταυτόχρονα να μη γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς παραμένοντας για αρκετή ώρα κοντά τους.

http://www.gamoholic.net/images/stories/Review_The_Saboteur_4/the-saboteur-pc-review_24.jpg

Στο παιχνίδι υπάρχει πληθώρα όπλων και εκρηκτικών (πιστόλια, machine guns, rifles, shotguns, μπαζούκας, χειροβομβίδες, δυναμίτες κ.ά.), ενώ στην πορεία δίνεται πρόσβαση στα terror weapons, βελτιωμένες εκδόσεις των προαναφερθέντων, τα οποία είναι πραγματικές φονικές μηχανές και συμπεριλαμβάνουν ακόμη και φλογοβόλο. Τέλος, υπάρχει η δυνατότητα βελτίωσης των ικανοτήτων του Sean, που προκύπτει από την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων στις κατηγορίες Brawling, Hardware, Sniping, Explosives, Sabotage, Mayhem, Racing, Mechanics και Evasion. Μια τελευταία επισήμανση αξίζει να γίνει για το χειρισμό των αυτοκινήτων, που είναι πέρα για πέρα arcade με κάποιες σχετικές διαφοροποιήσεις μεταξύ του καθενός, και σχεδόν σε κάθε περίπτωση πολύ δυνατό κράτημα στις στροφές. Το μοντέλο ζημιών υστερεί αρκετά, καθώς τα οχήματα πολύ σπάνια καταστρέφονται και πρέπει να δεχτούν δεκάδες σφαίρες για να πάρουν φωτιά.

Καταλήγοντας, το Saboteur είναι ένα παιχνίδι που θεωρώ ότι έχει αδικηθεί από τις βαθμολογίες παγκοσμίως. Πιστεύω ότι αγγίζει το 8 παρά τις όποιες ατέλειές του, καθώς πετυχαίνει πέρα για πέρα το σκοπό του. Είναι ατμοσφαιρικό, έχει πολύ καλό, συνεκτικό και ενδιαφέρον σενάριο, μεγάλη διάρκεια χωρίς ποιοτικές μεταπτώσεις, είναι πολύ εντυπωσιακό ως επί το πλείστον, έχει αρκετά καλά γραφικά, καλό gameplay, πολύ καλό voice acting και υπέροχο soundtrack. Σε third person action – adventure αυτού του είδους είχα να δω τόσο ενδιαφέρουσα -αλλά όχι τόσο πρωτότυπη- υπόθεση από την εποχή του πρώτου Mafia. Είναι μια ιστορία εμπνευσμένη από έναν αφανή ήρωα για άλλους αφανείς ήρωες και μάχες οι οποίες δε θα γίνουν τραγούδι ποτέ…

Continue reading
Recent Comments
TheRedWood
Πωωω τι μου θύμησες τώρα!! Το Assassin's Creed στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τρομερό παιχνίδι! Από τα καλύτερα soundtracks ever και ατμ... Read More
Monday, 26 October 2015 21:52
Professor_Severus_Snape
Ειδικά για το soundtrack, όταν τερμάτισα το παιχνίδι κι έβλεπα τα credits ακούγοντας να παίζει το remix του Feeling Good, κάθομαι ... Read More
Wednesday, 25 November 2015 08:09
  841 Hits
  2 Comments

Επιβιώνοντας με Sniper στην κόλαση της Αφρικής

Επιβιώνοντας με Sniper στην κόλαση της Αφρικής

Ένα genre games το οποίο καταφέρνει να ξεφύγει από τα στενά πλαίσια αυτού που αποκαλούμε «ανελέητο πιστολίδι» είναι αυτό που περιλαμβάνει το στοιχείο της τακτικής, είτε σε πρώτο είτε σε τρίτο πρόσωπο. Ως φίλος της δεύτερης κατηγορίας, πιστεύω ότι τα third person tactical shooter παιχνίδια, με την κλασσική έννοια του όρου, κάθε άλλο παρά αφθονούν και δεν είναι λίγες οι φορές που ο gamer «υποχρεώνεται» να ασχοληθεί με τίτλους που συμπεριλαμβάνουν και αυτά τα στοιχεία. Μια από τις εξαιρέσεις, λοιπόν, αποτελεί η σειρά Sniper Elite, η οποία παραμένει πιστή στο ύφος της όλα αυτά τα χρόνια, προσφέροντας μια εναλλακτική επιλογή και αξιοπρεπείς δημιουργίες, ικανές να κρατήσουν το ενδιαφέρον ψηλά, κυμαινόμενες σταθερά σε βαθμολογίες άνω του 7.

Εξυπακούεται, βεβαίως, πως οτιδήποτε tactical σε ένα shooter game εσωκλείει αυτονοήτως και ως προϋπόθεση το stealth στοιχείο, το οποίο είναι απαραίτητο για να καταφέρεις να βγεις ζωντανός από την περιοχή που βρίσκεσαι. Πόσο μάλλον όταν αυτή είναι μια εμπόλεμη ζώνη ή, έτι περισσότερο, κέντρο επιχειρήσεων του εχθρού στο οποίο πρέπει να διεισδύσεις και να ολοκληρώσεις με επιτυχία αποστολές που βασίζονται αποκλειστικά και μόνο σε σένα. Εκεί που δε μπορείς να περιμένεις βοήθεια από κανέναν και ο μόνος σύμμαχος αλλά και καλύτερός σου φίλος είναι το sniper που αποτελεί προέκταση του χεριού σου και εγγύηση για… «θέρισμα» και εκκαθάριση του πεδίου έμπροσθεν.

Το Sniper Elite III μας μεταφέρει στην καρδιά του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, καθώς βρισκόμαστε στο 1942, τρία χρόνια πριν από το γεγονότα που συνέβησαν στον προκάτοχό του, Sniper Elite V2. Πρωταγωνιστής είναι για μία ακόμη φορά ο Karl Fairburne, ένας αξιωματικός στρατηγικών υπηρεσιών (O.S.S.), όμως τώρα το σκηνικό αλλάζει. Αντί για το κέντρο της Ευρώπης, ο ήρωας βρίσκεται στην αφιλόξενη βόρεια Αφρική όπου καίρια, στρατηγικά σημεία κατά μήκος και το πλάτος της βρίσκονται υπό τον έλεγχο των δυνάμεων του Άξονα. Από το βομβαρδισμένο Βερολίνο και τη Γερμανία στο τέλος του πολέμου, η δράση μεταφέρεται στις χώρες της Λιβύης, της Αιγύπτου και της Τυνησίας όπου τα πάντα είναι ακόμη ρευστά, σε περιοχές γνωστές από τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα και τις δυνάμεις που τις ήλεγξαν.

Αρχικός στόχος του Fairburne, να βοηθήσει τους Βρεττανούς να κρατήσουν το Tobruk της Λιβύης, που δέχεται επίθεση από τον πανίσχυρο Γερμανό Στρατηγό Erwin Rommel (Africa Corps), ο οποίος δύο χρόνια αργότερα θα συνδεόταν με τη συνομωσία δολοφονίας του Αδόλφου Χίτλερ. Σύντομα, όμως, ο πρωταγωνιστής στρέφεται εναντίον ενός άλλου στρατηγού, του Franz Vahlen, εποπτεύοντος τις επιχειρήσεις στη βόρειο Αφρική για τη ναζιστική σβάστικα, και στην πορεία θα ανακαλύψει ότι ο συγκεκριμένος σχεδιάζει ένα μυστικό, πανίσχυρο όπλο με το οποίο θα μπορέσει να κατακτήσει όχι μόνο την ευρύτερη περιοχή, αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη, τουλάχιστον στην αρχή! Το παιχνίδι καταφέρνει να μεταφέρει άψογα το πολεμικό κλίμα, την ένταση και την αγωνία για τον ήρωα, μόνο ανάμεσα σε πολλές δεκάδες εχθρών. Το σενάριο, αναμφίβολα, δε διεκδικεί ιδιαίτερες δάφνες ποιότητας ή πρωτοτυπίας, ενώ όσοι περιμένουν εμβάθυνση στο χαρακτήρα του ήρωα μάλλον θα απογοητευτούν. Τα cutscenes είναι απειροελάχιστα σε αριθμό και διάρκεια, με αποτέλεσμα ο Fairburne να εμφανίζεται ως μια ανθρώπινη μηχανή προορισμένη να σπείρει το θάνατο και τον όλεθρο… θερίζοντας!

Η δημιουργία της Rebellion χωρίζεται σε οκτώ μέρη, οκτώ κεντρικές αποστολές, ορισμένες ακόμη προαιρετικές εντός της καθεμίας, καθώς και αρκετά collectables, ως επί το πλείστον έγγραφα με γενικές πληροφορίες για τον πόλεμο που μαίνεται κατά βάση στην περιοχή, και γράμματα από και προς τους στρατιώτες. Το παιχνίδι έχει τέσσερα επίπεδα δυσκολίας (Cadet, Marksman, Sniper Elite, Authentic) κατάλληλα για όλα τα γούστα, με το τελευταίο, όπως πολύ γλαφυρά περιγράφεται, να ενδείκνυται μόνο για purists και μαζοχιστές. Προσωπικά ανήκω σ’ αυτήν την κατηγορία και ομολογώ ότι η μεγαλύτερη και σημαντικότερη δυσκολία σ’ αυτό το level δεν είναι ούτε η απουσία mini-map, ούτε η έλλειψη markers για τους εχθρούς ή οτιδήποτε άλλο από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν checkpoints και δεν επιτρέπεται save, με αποτέλεσμα αν σκοτωθείς να πρέπει να επιστρέψεις στην αρχή. Κι αυτό είναι ό,τι χειρότερο, ειδικά όταν το γνωρίζεις και πηγαίνεις εξ αρχής πιο αργά και προσεκτικά από ποτέ.

Το συγκεκριμένο είναι κάτι που θα μπορούσε να το αντιπαρέλθει κάποιος αν έπαιζε Hitman όπου οι αποστολές είναι μικρότερες, ενώ στο Absolution χωρίζονται και σε υποκεφάλαια. Στο Sniper Elite III, όμως, η καθεμία είναι τεράστια, τουλάχιστον μ’ αυτό το στυλ παιχνιδιού, και συνήθως υπάρχουν τέσσερα-πέντε κεντρικά objectives που προκύπτουν το ένα μετά την ολοκλήρωση του άλλου. Στο Authentic το παιχνίδι παίζει με τα νεύρα του gamer καθώς στο τέλος κάθε κεφαλαίου, κι ενώ μπορεί να έχεις εξοντώσει τους πάντες, πάντοτε προκύπτει κάτι σαν… boss που εμφανίζεται ξαφνικά, επί παραδείγματι ένα όχημα με πολυβόλο ή ακόμη και τανκς, που είναι ικανό να σε καταρρακώσει ψυχολογικά, αν έχεις προσπαθήσει για μιάμιση – δύο ώρες να μείνεις ζωντανός. Είναι προφανές ότι σε χαμηλότερα difficulty levels η πρόκληση και κυρίως η διάρκεια του παιχνιδιού μειώνονται σημαντικά.

Το gameplay είναι ιδιαίτερα στιβαρό, πάντοτε μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια, ενώ η ευχάριστη έκπληξη σε σχέση με τον προκάτοχό του έρχεται από το γεγονός ότι αυτή τη φορά ο κόσμος είναι open-ended. Κάθε περιοχή στην οποία διαδραματίζεται η εκάστοτε αποστολή μπορεί να χαρακτηριστεί κάλλιστα «τεράστια», προσφέροντας πλείστους όσους τρόπους για την ολοκλήρωσή της, κάτι που αυξάνει κατακόρυφα το replayability και προσφέρει πάντοτε εναλλακτικές αν έχεις αποτύχει μέχρι τότε. Ο Fairburne θα βρεθεί να μάχεται σε τοποθεσίες από επικίνδυνα φαράγγια μέχρι… θανατηφόρες κοιλάδες, ερειπωμένες πόλεις, οχυρά, χαρακώματα και όχι μόνο, στις οποίες κυριαρχούν τα χρώματα και όλες οι αποχρώσεις του πράσινου και του καφέ. Τα τοπία είναι πανέμορφα, αν και κάθε σώφρων άνθρωπος θα ήθελε απλώς να μη βρίσκεται εκεί υπ’ αυτές τις συνθήκες.

Το σήμα κατατεθέν της σειράς δεν είναι άλλο, βεβαίως, από την x-ray kill cam, την κάμερα η οποία δείχνει τη σφαίρα να εκτοξεύεται από την κάνη, να κινείται σε αργή κίνηση και να βυθίζεται με τρόπο σαδιστικό στο σώμα του εχθρού, διαπερνώντας κρανίο, καρδιά, πνεύμονες, συκώτι, νεφρά, τσακίζοντας την σπονδυλική στήλη και άλλα κόκαλα, χαρίζοντας απλόχερα την ηδονή στον gamer και ένα γρήγορο θάνατο στον Γερμανό ή Ιταλό στρατιώτη. Το παιχνίδι προσφέρει εντατικά μαθήματα ανθρώπινης ανατομίας κάθε φορά που ένας εχθρός εγκαταλείπει την κόλαση του πολέμου για την επόμενη. Ανάλογη λεπτομέρεια χαρακτηρίζει και τη στιγμή που ο πρωταγωνιστής ανατινάζει με τον ίδιο τρόπο ολόκληρα οχήματα, σημαδεύοντας τη μηχανή ή το ντεπόζιτό τους, παρακολουθώντας τότε τα δικά τους… ζωτικά όργανα (κινητήρας, διαφορικά, σωλήνες κ.λπ.) να διαλύονται στα εξ ων συνετέθησαν. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι στο Authentic τα bullets ballistics είναι πιο ρεαλιστικά από ποτέ και απαιτούν τη μέγιστη ακρίβεια κατά τη στόχευση.

Εκτός από το sniper, το οποίο επιδέχεται αλλαγής ή/και βελτιώσεων, ο Fairburne έχει για μία ακόμη φορά πρόσβαση σε αυτόματα, πιστόλια, μπαζούκας και διαφόρου τύπου χειροβομβίδες, παρά ταύτα σχεδόν όλα εξ αυτών, τουλάχιστον όσον αφορά την αρχική έκδοση, υπήρχαν και στο Sniper Elite V2. Τα γραφικά είναι ιδιαίτερα όμορφα, ακόμη κι αν δε μπορούν να χαρακτηριστούν κορυφαία. Δε θα υπεισέλθω σε ιδιαίτερες λεπτομέρειες, παρά μόνο ότι παρατήρησα έντονο clipping σε κάποια σημεία και glitches που έφτασαν να μου κοστίσουν ακόμη και τη ζωή στην αρχή -ευτυχώς- της τελευταίας αποστολής. Επιπλέον, ο ήχος του παιχνιδιού είναι εξαιρετικός ως προς αυτόν των όπλων -ίσως όχι τόσο των εκρήξεων, ενώ στα αρνητικά συγκαταλέγεται το γεγονός ότι -τουλάχιστον- το main theme του soundtrack είναι ακριβώς το ίδιο με του προκατόχου του. Η μεγαλύτερη αστοχία, πάντως, έχει να κάνει με τις στιγμές που μιλούν οι εχθροί όταν σε αναζητούν, καθώς μπορεί να βρίσκονται στα 20-30 μέτρα απόσταση και ακούγονται σα να βρίσκονται στα πέντε, κάτι που μπερδεύει πολύ και δεν ξέρεις αν πρέπει να τρέξεις ή να βγεις από τη γωνία και να ανοίξεις πυρ πριν ακόμη σημαδέψεις.

Εν κατακλείδι, το Sniper Elite III είναι ένα ιδιαίτερα καλό third person tactical shooter, το οποίο συστήνεται ανεπιφύλακτα στους λάτρεις του είδους, πολλώ δε μάλλον της σειράς. Το open-ended στοιχείο του περιβάλλοντος προσφέρει ισχυρή πνοή ανανέωσης στο παιχνίδι, σε σχέση με το γραμμικό του παρελθόντος, και υπόσχεται αυθεντική sniper εμπειρία ενός ιδιότυπου κλεφτοπολέμου. Δεν είναι ένας τέλειος τίτλος ο οποίος θα αφήσει εποχή, κυμαίνεται όμως με χειρουργική ακρίβεια στα καθιερωμένα στάνταρ της σειράς και κάτι παραπάνω. Άλλωστε, δεν πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει game που επιτυγχάνει στο gameplay προκαλώντας εθισμό και να δύναται να χαρακτηριστεί μέτριο ελέω των υπολοίπων τομέων. Και το συγκεκριμένο είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό.

Continue reading
Recent Comments
NICKGENERALGR
πολυ ωραιο οπως και ολη η σειρα sniper elite
Monday, 14 December 2015 21:28
Professor_Severus_Snape
Το πρώτο παιχνίδι δεν το έχω παίξει, είναι αλήθεια, και δε μπορώ να εκφέρω ολοκληρωμένη άποψη πέραν όσων λιγοστών είδα στο YouTube... Read More
Thursday, 17 December 2015 03:41
  977 Hits
  2 Comments

Ο εφιάλτης του Alan, να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων

Ο εφιάλτης του Alan, να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων

Στην αρχή την ευκαιρία να απολαύσουν το Alan Wake είχαν μόνο οι κάτοχοι Xbox 360, ωστόσο δύο χρόνια αργότερα, το 2012, το επιτυχημένο παιχνίδι κυκλοφόρησε και στα PC. Αυτό ίσως συνέβη και για λόγους τακτικής, ελέω της κυκλοφορίας του Alan Wake’s American Nightmare στην κονσόλα της Microsoft μία εβδομάδα μετά, το Φεβρουάριο. Η νέα δημιουργία της Remedy Entertainment ακολούθησε τον ίδιο δρόμο πολύ πιο σύντομα αυτή τη φορά, καθώς τον Μάιο του ίδιου έτους μπορούσαν πλέον και οι κάτοχοι PC να ασχοληθούν μ’ αυτή. Πρόκειται για έναν spin-off τίτλο, ο οποίος συνεπώς δεν αποτελεί συνέχεια του Alan Wake, αλλά μια αυτοτελή ιστορία στη γενικότερη απόπειρα να διατηρηθεί… ενεργό το community του πρώτου παιχνιδιού και να προσεγγιστούν ενδεχομένως και κάποιοι ακόμη φίλοι των survival horror games ή psychological thriller, όπως οι developers προτιμούν να παρουσιάζουν τα δύο συγκεκριμένα games τους.

Εξ αρχής ο τίτλος αυτός είχε διατεθεί online και όχι άδικα, καθώς επί της ουσίας αποτελεί περισσότερο ένα DLC με μια διαφορετική ιστορία, παρά ένα ολοκληρωμένο παιχνίδι. Μάλιστα υπάρχει και έμμεση αναφορά στο δεύτερο DLC του βασικού Alan Wake, «The Writer», που ήταν συνέχεια του «The Signal». Η αλήθεια είναι ότι για όλους τους προαναφερθέντες λόγους φρόντισα να «κρατώ» μικρό καλάθι ξεκινώντας την ενασχόλησή μου με τους… νέους εφιάλτες του Alan Wake, πιστεύοντας ότι σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαν να πλησιάσουν το πρώτο παιχνίδι, που ήταν μια εξαιρετική gaming εμπειρία. Και δε θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά από τη στιγμή που η διάρκεια του κεντρικού campaign είναι πάρα πολύ μικρή. Προσωπικά, παίζοντας σε Nightmare difficulty και καθώς αυτή τη φορά το American Nightmare δεν κατάφερε να με κερδίσει, χρειάστηκα μόλις τρεις ώρες περίπου για να δω τους τίτλους τέλους.

Το game ακολουθεί τα χνάρια του προκατόχου του ως προς το σκεπτικό και την προσέγγιση της νέας περιπέτειας. Αυτή τη φορά ο συμπαθής συγγραφέας, Alan Wake, βρίσκεται εγκλωβισμένος σε ένα επεισόδιο μιας φανταστικής τηλεοπτικής σειράς, ονόματι Night Springs, και καλείται να αλλάξει το ρου της ιστορίας ξαναγράφοντας το επεισόδιο ούτως ώστε να νικήσει τον κακό της υπόθεσης, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο του τον διαβολικό εαυτό, ο οποίος θέλει να του κλέψει τη ζωή, την καριέρα, τη γυναίκα, τα πάντα, και να επιβάλλει αιωνίως το σκοτάδι! Η πλοκή έχει το ενδιαφέρον της, ωστόσο ίσως να κουράσει ορισμένους καθώς ο Alan θα αναγκαστεί να κάνει τα ίδια πράγματα περισσότερες από μία φορές -με μικρές παραλλαγές καθ’ εκάστην- προκειμένου να επιτύχει το στόχο του.

Το American Nightmare διαδραματίζεται σε τρεις περιοχές, κάπου στην Αριζόνα, κάθε μία από τις οποίες ο gamer θα έχει τη δυνατότητα να εξερευνήσει ισάριθμες φορές, πράγμα που δίνει επαναλαμβανόμενο τόνο. Γίνεται αντιληπτό ότι οι μόνες συγκρίσεις που μπορούν να γίνουν με το πρώτο Alan Wake αφορούν επί της ουσίας το gameplay. Αυτό που διαπιστώνεται αρχικά είναι ότι τούτη τη φορά το παιχνίδι είναι σαφώς ευκολότερο. Τα όπλα είναι εύκολο να βρεθούν, σε αρκετά σημεία και με μεγάλες ποσότητες με αποκορύφωμα τα κουτιά στις κολόνες που αναπληρώνουν το σύνολο των πυρομαχικών (ανεξαρτήτως όπλου κάθε φορά) και μπαταριών. Οι τελευταίες είναι βεβαίως για το γνωστό φακό, με τον οποίο ο Alan διώχνει το σκοτάδι που περιβάλλει τους εχθρούς και στη συνέχεια τους «θερίζει» με τα όπλα του. Αυτά είναι πολύ περισσότερα από τον προκάτοχο του game και περιλαμβάνουν, πέρα από τα προϋπάρχοντα, περισσότερα πιστόλια, shotguns και rifles, ένα nailgun και ένα τόξο.

Από τους εχθρούς κλέβουν την παράσταση οι splitters, που διαχωρίζονται όταν πέσει επάνω τους το φως του φακού, και βεβαίως οι γίγαντες, οι οποίοι κρατούν ένα πελώριο ηλεκτρικό δισκοπρίονο και μπορούν να σε τσακίσουν! Υπάρχουν επίσης και αράχνες, όμως αυτές αποδεικνύονται περισσότερο διακοσμητικές παρά απειλητικές. Σε σχέση με τον προκάτοχό του, στο American Nightmare οι εχθροί κινούνται κάπως πιο αργά, με αποτέλεσμα να δίδεται περισσότερος χρόνος για να… δουλέψει ο φακός, καθώς και μεγαλύτερη ευκαιρία για προσωρινή απομάκρυνση από τη δράση. Άλλωστε εδώ πρόκειται για ένα παιχνίδι με περισσότερα περιθώρια ευελιξίας και ελιγμών, λόγω της μεγάλης έκτασης των περιοχών που μπορεί ο Alan να εξερευνήσει ανά πάσα στιγμή. Έτσι έχει τη δυνατότητα να συγκεντρώσει για μία ακόμη φορά manuscripts με αποσπάσματα που αφορούν τόσο την ιστορία που τρέχει όσο και πληροφορίες για το παρελθόν.

Ανεξαρτήτως αυτών, ο διάδοχος του Alan Wake υστερεί σαφώς ως προς την ατμόσφαιρα, καθώς σε καμία περίπτωση δεν καταφέρνει να μεταδώσει την ένταση και την αγωνία του πρώτου παιχνιδιού, ούτε να διαμορφώσει ένα παραπλήσιο -πόσο μάλλον ανάλογο- κλίμα. Η πολύ σύντομή διάρκειά του και ο μάλλον φτωχός τρόπος εκτύλιξης της υπόθεσης, ουσιαστικά με μόλις πέντε χαρακτήρες μαζί με τον Alan και το alter ego του, δε βοηθούν σε καμία των περιπτώσεων. Κάπως έτσι το American Nightmare, για τον υπογράφοντα, μόλις που ξεπερνά το 7 στη βαθμολογία, συνυπολογίζοντας και το arcade mode. Αυτό είναι σίγουρο ότι θα βρουν πολύ ενδιαφέρον όσοι αρέσκονται σε challenges στα οποία δέχονται επιθέσεις από κύματα εχθρών. Εν προκειμένω, ο ήρωας θα πρέπει να αντέξει σ’ αυτές για δέκα λεπτά, μέχρι να ξημερώσει, προσπαθώντας να επιτύχει το μεγαλύτερο σκορ. Υπάρχουν συνολικά δέκα πίστες σε πέντε τοποθεσίες (Cemetery, Ghost Town, Oil Field, Caves, Trailer Park), που υπόσχονται να κρατήσουν τους ενδιαφερόμενους για αρκετές ώρες.

Continue reading
  1039 Hits
  0 Comments

Alan Wake – Μόνο με φως μπορείς να νικήσεις τους εφιάλτες σου

Alan Wake – Μόνο με φως μπορείς να νικήσεις τους εφιάλτες σου

Σε διάφορα tests που γίνονται παγκοσμίως κατά περιόδους, οι άνθρωποι απαντούν ποικιλοτρόπως σχετικά με την υπερφυσική δύναμη που θα ήθελαν να κατέχουν. Είναι ένα θέμα που πάντα εξιτάρει καθώς ο καθένας ομολογεί μια κρυφή του επιθυμία. Οι αναμενόμενες απαντήσεις είναι και οι συνηθέστερες. Οι περισσότεροι επιλέγουν την αθανασία, άλλοι την ικανότητα να πετούν, να γίνονται αόρατοι, να ελέγχουν το χρόνο, και κάποιοι, πάλι, να μπορούν -τουλάχιστον- να διαβάζουν τη σκέψη του άλλου. Οι τελευταίοι είναι σίγουρο ότι θα το ξανασκεφτούν και θα προσέχουν πολύ τι εύχονται στο εξής, εφόσον δοκιμάσουν την ανατριχιαστική εμπειρία που προσφέρει το Alan Wake, το οποίο καθηλώνει από την πρώτη στιγμή έως την τελευταία.

Γιατί, αλήθεια, ποιος ξέρει τι κρύβει βαθιά μέσα του ο ανθρώπινος νους; Ποιοι μύχιοι φόβοι μπορεί να υποβόσκουν και να στοιχειώνουν το μυαλό βυθίζοντας το ον σε μια απύθμενη άβυσσο και μετατρέποντας το ανύπαρκτο σε υπαρκτό; Τι μπορεί να συμβεί όταν ο μεγαλύτερος τρόμος κάποιου δύναται να τροφοδοτηθεί με τη δύναμη της σκέψης του και να αποκτήσει υπόσταση, απειλώντας όχι μόνο το συγκεκριμένο άνθρωπο, αλλά και τους πέριξ αυτού; Ποιοι προσωπικοί εφιάλτες μπορούν να δώσουν ζωή στο σκοτάδι και να το μετατρέψουν στη μεγαλύτερη απειλή; Και ποια μπορεί να είναι η άμυνα του ανδρός απέναντι σ’ αυτό; Παραφράζοντας το ρητό που είπε κάποιος, θα μπορούσε να απαντήσει λέγοντας ότι «η λύτρωση μπορεί να βρεθεί ακόμη και μέσα στο πιο πηχτό σκοτάδι, αρκεί κάποιος να θυμηθεί να ανάψει το φως»!

Κι έτσι ακριβώς είναι τα πράγματα. Το βασικότερο όπλο του Alan δεν είναι παρά ένας φακός, χωρίς τον οποίο δεν κάνει σχεδόν ούτε βήμα! Ο ήρωας είναι ένας συγγραφέας με πολλά best seller στο παλμαρέ του, η έμπνευση του οποίου, όμως, μοιάζει να έχει στερέψει τα τελευταία δύο χρόνια. Είναι σαν έναν ακρωτηριασμένο καλλιτέχνη, ανήμπορος να καθίσει και πάλι στη γραφομηχανή του και να γεμίσει τις εκτυφλωτικά λευκές σελίδες μπροστά του. Μαζί με τη σύζυγό του, Alice, αποφασίζουν να πάνε ολιγοήμερες διακοπές στην ορεινή κωμόπολη Bright Falls της πολιτείας της Ουάσιγκτον, προκειμένου να ξεκουραστούν και να μπορέσει ο ίδιος να ηρεμήσει. Πώς, όμως, μπορείς να αφήσεις πίσω τους εφιάλτες σου; Αυτοί θα έρθουν μαζί και σταδιακά θα αρχίσουν να αποκτούν σάρκα και οστά, ενώ ο Alan προσπαθεί να σώσει την εξαφανισμένη Alice –με τη βοήθεια του φίλου και manager του, Barry- και να αποκαταστήσει τη μνήμη του έχοντας ένα τεράστιο κενό μίας εβδομάδας. Είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να ξετυλίξει το παζλ και να θέσει ένα τέλος στα πάντα.

Οτιδήποτε περισσότερο ειπωθεί γύρω από την υπόθεση, κινδυνεύει να χαλάσει τη μαγεία. Μόνο σε τίτλους μπορεί να πει κάποιος ότι πρόκειται για μια πληρέστατη ιστορία, με ένα εξαιρετικό, πολύ ενδιαφέρον σενάριο το οποίο ξετυλίγεται υποδειγματικά στα έξι μεγάλα επεισόδια του παιχνιδιού. Το ονοματεπώνυμο του πρωταγωνιστή, Alan Wake, ονοματοδοτεί και τον τίτλο, μια εντυπωσιακή δημιουργία που δίνει το δικό της ξεχωριστό τόνο στην έννοια των survival horror games. Για την ακρίβεια, πρόκειται κατά βάση για ένα ψυχολογικό θρίλερ -μπορεί εύλογα κάποιος να εντοπίσει έμμεση χιτσκοκική αναφορά- και λιγότερο για ένα horror story. Κι αυτό γιατί στόχος δεν είναι να τρομοκρατηθεί ο gamer με υπερβολές του τύπου «διαμελισμοί, τέρατα, αναίτιες splatterιές, βασανιστήρια» ή οτιδήποτε παρεμφερές. Το Alan Wake θέλει να παίξει με το μυαλό αυτού ασχοληθεί μαζί του, να κάνει τους εφιάλτες του ήρωα κτήμα του καθενός και να τον εισάγει σ’ έναν κόσμο σκοτεινό, αβέβαιο, όπου ο κίνδυνος μπορεί να παραμονεύει ανά πάσα στιγμή, ακόμη κι αν κάποιες φορές αποδειχθεί ότι και μόνο ο φόβος είναι αρκετός.

Εχθρός δεν είναι άλλος από τις ίδιες τις σκοτεινές σκέψεις του πρωταγωνιστή, μιας δικής του ιστορίας, κομμάτια της οποίας (manuscripts) συγκεντρώνει σε όλη τη διάρκειά της. Άνδρες με τσεκούρια, πριόνια, αλυσοπρίονα, δρεπάνια και άλλα αντίστοιχα όπλα, που επιτίθενται κυρίως σε ομάδες και μοναδικός σκοπός τους είναι να σκοτώσουν τον Alan. Κι αν οι ίδιοι δεν είναι παρά αποκυήματα της φαντασίας του, οι επιθέσεις τους είναι απολύτως πραγματικές. Και για να νικήσεις το σκοτάδι, ένας τρόπος υπάρχει, το φως! Με το φακό του ανά χείρας και σημαδεύοντάς τους, ο ήρωας καλείται σε πρώτο χρόνο να διώξει από τους εχθρούς του το σκότος που τους περιβάλλει, ούτως ώστε να τους περάσει από τη σφαίρα του φανταστικού σ’ αυτήν του… μη πραγματικού και να έχει έτσι τη δυνατότητα να τους «καθαρίσει» πυροβολώντας τους. Πρόκειται για μια πολύ πρωτότυπη ιδέα, η οποία υλοποιείται άψογα μέσα στο παιχνίδι.

Στην αρχή των κεφαλαίων ο Alan συνήθως ξεκινά με ελάχιστα εφόδια, όμως στην πορεία μπορεί να συγκεντρώσει αρκετά, ιδίως αν ξεφύγει προς ώρας από το κεντρικό μονοπάτι και ανακαλύψει σεντούκια με πολεμοφόδια σε άλλα σημεία, ενός γραμμικού παιχνιδιού σε γενικές… γραμμές. Πρώτο όπλο είναι ένα revolver, ενώ στην πορεία προστίθενται shotguns, rifles, ένα θαυματουργό flare gun, ιδανικές χειροβομβίδες κρότου – λάμψης (flashbangs), φωτοβολίδες και φυσικά… πιο ισχυροί φακοί! Το Alan Wake είναι το παιχνίδι στο οποίο πρώτα ψάχνεις για… φως και μπαταρίες Energizer (χορηγός του game) για το φακό και μετά για όπλα και σφαίρες. Αν είσαι αρκετά γρήγορος και ευέλικτος, ίσως προλάβεις να βρεθείς κάτω από την κολόνα με τη λάμπα που βρίσκεται 50 μέτρα μπροστά, κι έτσι οι εχθροί σου να εξαφανιστούν. Για να το πετύχεις αυτό θα χρειαστεί σίγουρα να παίξεις και άμυνα με το φακό στραμμένο προς τα… δημιουργήματά σου! Γενικότερα, τα πολεμοφόδια μόνο στην αρχή του παιχνιδιού ίσως αποδειχθούν ελάχιστα σε κάποιες περιπτώσεις, ενώ προς το τέλος των επεισοδίων και μέσα από χρηστή διαχείριση θα έλεγε κανείς ότι σχεδόν αφθονούν.

Το παιχνίδι δεν είναι κλειστοφοβικό. Κατ’ ουσίαν εκτυλίσσεται σε ανοιχτούς χώρους, όπως τα δάση, οι πλαγιές και τα χωράφια της ευρύτερης περιοχής του Bright Falls, και μόνο ένα μικρό ποσοστό, το οποίο δεν υπερβαίνει το 20%, σχετίζεται με τα κτίσματα στα οποία θα βρεθεί ο Alan. Επιπροσθέτως, υπάρχει ικανό quiet time το οποίο λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της μέρας, δίνοντας στο gamer τη δυνατότητα να ξεκουραστεί από τη δράση και να επικεντρωθεί περισσότερο στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ιστορίας. Πολύ σημαντική είναι επίσης η συλλογή των manuscripts, περί των οποίων έγινε λόγος νωρίτερα, καθώς αποτελούν κάτι πολύ περισσότερο από απλά collectables. Δίνουν πληροφορίες για την υπόθεση ως κομμάτια της αφήγησης και πολλές φορές προϊδεάζουν για το τι θα επακολουθήσει.

Το Alan Wake είναι ένας άκρως ατμοσφαιρικός τίτλος, που τυλίγει τον καθένα στο ζοφερό κόσμο του από την πρώτη στιγμή, με πολύ όμορφα γραφικά και άψογο φωτισμό στο σύνολό του. Το παιχνίδισμα του φακού και η διάθλαση του φωτός κλέβουν την παράσταση, ενώ σε πολύ υψηλά επίπεδα κυμαίνεται ο ήχος του παιχνιδιού, με απόκοσμα, ανατριχιαστικά εφέ και υποβλητική μουσική, η οποία παίρνει ακόμη περισσότερους πόντους από τα πολύ ωραία τραγούδια που πλαισιώνουν το game. Το voice acting είναι εξαιρετικό, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, απολύτως πειστικό και προσεγμένο, με αιχμή του δόρατος βεβαίως τον πρωταγωνιστή (Matthew Porretta), παρά το γεγονός ότι αρκετοί ηθοποιοί δίνουν τις φωνές τους για περισσότερους από έναν χαρακτήρες, κάτι που όμως δε γίνεται αντιληπτό. Τα cinematics θα μπορούσαν να είναι λίγο πιο προσεγμένα, πάντως τα πανοραμικά πλάνα της περιοχής είναι χάρμα οφθαλμών. Μάλιστα, στο menu του παιχνιδιού δίνεται η δυνατότητα στο τέλος να δει ο καθένας όποιο cinematic επιθυμεί και να ακούσει όλα τα κομμάτια του soundtrack.

Ομολογώ ότι απόλαυσα το παιχνίδι σε μέγιστο βαθμό πραγματοποιώντας το πρώτο μου playthrough στο Nightmare επίπεδο δυσκολίας, το οποίο όμως ξεκλειδώνει άμεσα μόνο με cheatιά*. Σ’ αυτό απαιτείται μεγαλύτερος χρόνος προκειμένου ο φακός να νικήσει το σκοτάδι που προστατεύει τους αντιπάλους πριν τα όπλα αναλάβουν δράση -που επίσης χρειάζονται περισσότερες σφαίρες, χρόνος ο οποίος ποικίλει ανάλογα με τον… όγκο τους. Άλλωστε οι εχθροί δεν περιορίζονται σε ανθρωποειδή, αλλά περιλαμβάνουν ακόμη άψυχα αντικείμενα και φονικά τετράτροχα… Στις 14,5 ώρες περίπου που χρειάστηκαν για να δω τους τίτλους τέλους (93/106 manuscripts), είχα την ευκαιρία να ζήσω τους εφιάλτες του Alan Wake σε όλο τους το ανατριχιαστικό μεγαλείο! Ένα εξαίσιο ψυχολογικό θρίλερ, μάλλον soft horror game, σε μια ιστορία γεμάτη ανατροπές, φανταστικό σενάριο και με βασική αναφορά τη γραφομηχανή και το συγγραφικό δαιμόνιο -κυριολεκτικά- του συγγραφέα. Μια ιστορία η οποία πρέπει να έχει και συνέχεια κάποια στιγμή, όπως τονίζεται κατηγορηματικά στο τέλος των credits του παιχνιδιού. Το Alan Wake ενδείκνυται για όσους θέλουν ένταση, δράση, αγωνία, τακτική στη διαχείριση πόρων, πρωτότυπη προσέγγιση θεματολογία και έναν ολοκληρωμένο τίτλο στη συλλογή τους.

* Μπορείτε να ξεκλειδώσετε άμεσα το Nightmare difficulty level με δύο τρόπους:

1. Δεξί κλικ στο Alan Wake στο Steam library/Properties/Set launch properties και προσθέτετε «-developermenu», χωρίς τα εισαγωγικά.

2. Δεξί κλικ και Ιδιότητες στη Συντόμευση της Επιφάνειας Εργασίας και στη συνέχεια στον Προορισμό (Target) προσθέτετε στο υπάρχον όνομα « -developermenu», με το κενό, χωρίς τα εισαγωγικά.

Continue reading
  846 Hits
  0 Comments

I Am Alive… for now

I Am Alive… for now

Στη σύγχρονη εποχή είναι πολλές οι περιπτώσεις games που κυκλοφορούν και κατά βάση προσφέρουν εντυπωσιακά γραφικά, και άρτιο τεχνικό τομέα γενικότερα, που μπορούν να σε αφήσουν με το στόμα ανοιχτό, όμως το gameplay τους δεν καταφέρνει να σταθεί σε αντάξια επίπεδα, σαν ένα πλούσιο περιτύλιγμα ενός σαφώς κατώτερου αντικειμένου. Ή πάλι, παιχνίδια το συγκεκριμένο στοιχείο των οποίων είναι μια πιστή αντιγραφή ή έστω παραλλαγή όσων έχουμε ήδη δει σε άλλους τίτλους. Παρά ταύτα, δεν απουσιάζουν και οι πρωτότυπες δημιουργίες, τα games που είναι ικανά να σε συνεπάρουν, όχι τόσο γι’ αυτό που αντικρίζεις στην οθόνη, όσο για το στιβαρό, έξυπνο και εν τέλει απολύτως εθιστικό gameplay, καθώς και την ολοκληρωτικά καθηλωτική τους ατμόσφαιρα. Στην κατηγορία αυτή ανήκει το I Am Alive, το οποίο σε μεταφέρει στον κόσμο του από την πρώτη κιόλας στιγμή που θα αποφασίσεις να σε τυλίξει το καταθλιπτικό του περιβάλλον.

Πρόκειται για ένα third person survival action-adventure το οποίο κυκλοφόρησε το 2012, με το οποίο αποφάσισα να ασχοληθώ μόλις διάβασα το review του site, που με κέρδισε αμέσως. Η μάχη για την επιβίωση λαμβάνει σάρκα και οστά, εκεί που μόνο ο νόμος της ζούγκλας βρίσκεται σε ισχύ και οι πιο αδύναμοι κρίκοι της αλυσίδας είναι καταδικασμένοι να αφανιστούν. Βρισκόμαστε ένα χρόνο μετά από ένα αδιευκρίνιστο κατακλυσμιαίο γεγονός το «Event», το οποίο μεταξύ άλλων, έχει προκαλέσει πανίσχυρους σεισμούς με συνέπειες οι οποίες παραπέμπουν άμεσα στη γνωστή ταινία «2012», έτσι όπως αποτυπώνονται στον post-apocalyptic κόσμο του παιχνιδιού. Ο πρωταγωνιστής, το όνομα του οποίου δε μαθαίνουμε ποτέ, επιστρέφει στη φανταστική πόλη Haventon της Αμερικής με στόχο να ξαναβρεί τη γυναίκα του, Julie, και το παιδί του, τη μικρή Mary. Η αναζήτησή του ξεκινά, ενώ στην πορεία θα πάρει και μια άλλη στροφή καθώς θα βρεθεί να διασώζει ένα μικρό κορίτσι, τη Mei, στην ηλικία της κόρης του. Γενικότερα, η ιστορία έχει μια συγκεκριμένη αφετηρία, αλλά στη συνέχεια δίνει την αίσθηση ότι χάνει κάπου τον προσανατολισμό της. Ή μήπως όχι;

Ποιος μπορεί να είναι ο μεγαλύτερος εχθρός σε μια τέτοια πρωτοφανή συμφορά; Απέναντι στην επέλαση του Αρμαγεδδώνα, την καθημερινή πάλη με την οργή της φύσης και τις συμμορίες που παραμονεύουν οπουδήποτε, τι μπορεί να αντιτάξει ένας απλός άνθρωπος όπως ο ήρωας, ο οποίος αναγκαστικά έμαθε να χειρίζεται όπλα για να υπερασπίζεται τον εαυτό του και να αναζητά τους πόρους που θα τον συντηρούν και διατηρούν στη ζωή για μία ακόμη μέρα; Μπορεί να υπάρξει ανθρωπιά σ’ έναν κόσμο όπου ανά πάσα στιγμή μπορεί να δεχτείς επίθεση και να κάνεις το μεγάλο ταξίδι; Μπορεί να υπάρξει αλληλεγγύη και βοήθεια στα θύματα που θα συναντήσεις στο δρόμο σου, όταν ξέρεις ότι αυτό μπορεί εμμέσως να στερήσει τη δική σου ζωή όταν θα χρειαστείς το resource που θα έχεις προσφέρει νωρίτερα; Αμέτρητα ερωτήματα που γεννά το I Am Alive και στα οποία ο ήρωας, ο κάθε gamer, καλείται να απαντήσει προσδιορίζοντας τα επόμενα βήματά του.

Ο τρόπος με τον οποίο τοποθετείται ο πρωταγωνιστής μέσα σ’ αυτό το απέραντο χάος είναι πραγματικά εκπληκτικός και το παιχνίδι εκτυλίσσεται με οριακά αυξανόμενο βαθμό δυσκολίας συνδυάζοντας με ομαλότατο τρόπο τόσο την εξερεύνηση όσο και τη μάχη. Ως προς το πρώτο σκέλος, ο ήρωας θα έχει τη δυνατότητα να περιηγηθεί σταδιακά σε ολόκληρη την πόλη, η οποία μπορεί να μην είναι πολύ μεγάλη, όμως… γίνεται λόγω των αμέτρητων εμποδίων που υπάρχουν από την ανυπολόγιστη καταστροφή. Και όχι μόνο μεγάλη, αλλά και πολύ επικίνδυνη, καθώς σε μια ευρεία περιοχή έχει κατακαθίσει ένα πυκνό σύννεφο τοξικής σκόνης, το οποίο σταδιακά μειώνει την αντοχή του και για να το αντιπαρέλθει θα πρέπει να σκαρφαλώσει αρκετά μέτρα πάνω από το έδαφος. Πολλές φορές για μια απόσταση που σε ευθεία γραμμή μπορεί να μην είναι μεγαλύτερη από 50 μέτρα, ο ήρωας μπορεί να κάνει πάνω από 15 λεπτά λόγω των παρακάμψεων που θα είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει προκειμένου να φτάσει στον προορισμό του.

Παίζοντας στο Survivor επίπεδο δυσκολίας, η εμπειρία παρουσιάζεται σε όλο της το μεγαλείο, καθώς τα resources δεν… περισσεύουν, με αποτέλεσμα η χρήση τους να καθίσταται ένα μεγάλο στοίχημα τακτικής και προγραμματισμού, ούτως ώστε να μη λείψουν από τον πρωταγωνιστή όταν θα τα έχει πραγματικά πολύ μεγάλη ανάγκη. Άλλωστε σ’ αυτό το level δεν υπάρχουν saves και σε περίπτωση θανάτου υπάρχει πολύ σοβαρή πιθανότητα ο παίκτης να επιστρέψει στην αρχή του κεφαλαίου(!) έχοντας να καλύψει μια σημαντική απόσταση έως το σημείο που βρισκόταν. Το εμπόδιο αυτό μπορεί να υπερκεραστεί σε περίπτωση που ο ήρωας βοηθήσει κάποιο από τα 20 θύματα που υπάρχουν στον κόσμο του παιχνιδιού. Τότε ως επιβράβευση λαμβάνει πληροφορίες που σχετίζονται με την εκάστοτε αποστολή του αλλά και ένα retry, που θα του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία από το τελευταίο checkpoint, πολύ κοντά ή και ακριβώς στο σημείο που βρισκόταν. Επιπλέον, σε συγκεκριμένα σημεία, κάποια εξ αυτών αρκετά δυσπρόσιτα, υπάρχουν και κάποιες μικρές κάμερες, που επίσης χαρίζουν άλλο ένα retry.

Ο πρωταγωνιστής καλείται να επιδείξει τις αρετές του στην αναρρίχηση, όπου και τα καταφέρνει αρκετά καλά ακόμη κι αν δεν είναι… Assassin, παρά ταύτα οι αντοχές του δεν είναι απεριόριστες. Μια λευκή μπάρα στο πάνω μέρος της οθόνης αρχίζει να αδειάζει κάθε φορά που σκαρφαλώνει και θα πρέπει να έχει πατήσει στα πόδια του πριν εξαντληθεί και παρασυρθεί ο ίδιος στο κενό. Στην πορεία του παιχνιδιού θα χρειαστεί να αναρριχηθεί σε πολύ δύσκολα σημεία, τα πλέον επιβλητικά εκ των οποίων είναι οι κατεστραμμένοι ουρανοξύστες, κάποιοι εκ των οποίων έχουν πέσει μάλιστα επάνω σε άλλους δημιουργώντας ένα απίστευτο σκηνικό, ενώ στο μενού συμπεριλαμβάνονται υπόγειοι σιδηρόδρομοι, το υπέργειο ολοσχερώς κατεστραμμένο μετρό, συρμοί που ισορροπούν επικίνδυνα πάνω από απύθμενα χάσματα και… πλοία που ένας Θεός ξέρει ποια στοιχειωμένη δύναμη της φύσης έφερε εκεί!

Ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει ο ήρωας είναι αυτό της έλλειψης… ammo. Σφαίρες δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα και θα πρέπει να αισθάνεται πολύ ικανοποιημένος αν έχει μία περασμένη στο πιστόλι του. Παρά ταύτα, ακόμη κι ένα άδειο προτεταμένο όπλο είναι ικανό να κάνει τους εχθρούς να διστάσουν να επιτεθούν προσωρινά, όχι όμως όσους έχουν κι εκείνοι πιστόλι. Ανάλογη έλλειψη παρατηρείται και στο τόξο που θα αποκτήσει αργότερα, καθώς τα βέλη είναι πάρα πολύ σπάνια και θα χρειαστεί να χρησιμοποιεί για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ένα και μοναδικό ξανά και ξανά. Και καθώς ο πρωταγωνιστής δεν είναι παρά ένας φυσιολογικός άντρας, στις μάχες σώμα με σώμα με πολλούς εχθρούς είναι απλά καταδικασμένος, καθώς το machete του δεν είναι αρκετό για να αντιμετωπίσει έστω έναν εξ αυτών, διότι μέχρι να του καρφώσει το σπαθί με button mashing (left click), οι υπόλοιποι θα τον έχουν περικυκλώσει μαχαιρώνοντάς τον ή θα τον πυροβολούν εξ αποστάσεως. Το AI είναι πολύ υψηλό και όλα αυτά είναι στοιχεία που θα πρέπει να συνυπολογίσει ο gamer για να καταφέρει να βγει… ζωντανός από τη δοκιμασία.

Τα γραφικά του παιχνιδιού είναι άκρως ατμοσφαιρικά και η έννοια του χρώματος, πέραν του απέραντου γκρίζου λόγω σκόνης, μοιάζει στην πλειοψηφία των περιπτώσεων λησμονημένη από καιρό, ενώ ακόμη και η ορατότητα είναι ιδιαίτερα έως πολύ περιορισμένη όταν ο πρωταγωνιστής βρίσκεται στο δρόμο. Ο ήχος κλέβει την παράσταση με μια απόκοσμη ατμοσφαιρική μουσική, η οποία γίνεται έντονη και αγχώδης όσο η αντοχή του ήρωα μειώνεται καθώς σκαρφαλώνει και ψάχνει απελπισμένα να ισορροπήσει κάπου την ύστατη στιγμή. Επ’ αυτού θα έλεγα μάλιστα ότι η μπάρα του stamina προκαλεί πολύ μεγαλύτερο άγχος από αυτήν του health, καθώς η δεύτερη αν είναι να… αδειάσει, αδειάζει με δύο σπαθιές ή σφαίρες, συνεπώς δεν υπάρχουν και πολλά που μπορείς να κάνεις, εκτός κι αν αναπληρώσεις ενέργεια με κάποιο resource επί τόπου, αν και κατά πάσα πιθανότητα ούτε αυτό θα είναι αρκετό για να σε γλυτώσει. Η πρώτη μπάρα, όμως, συνιστά όλη την πρόκληση και την πίεση όταν, επί παραδείγματι, κρέμεσαι στο δυσθεώρητο ύψος ενός ουρανοξύστη και πρέπει να φτάσεις τρεις ορόφους ψηλότερα, όπου υπάρχει μια εσοχή, αλλά δεν έχεις άλλη αντοχή και πολεμάς με button mashing να προλάβεις να φτάσεις!

Το game δεν είναι τέλειο. Τα γραφικά έχουν ψεγάδια, ενώ υπάρχουν κάποια πράγματα στο gameplay που θα μπορούσαν να προσεχθούν περισσότερο. Οι stealth μηχανισμοί ήθελαν περισσότερη δουλειά, ενώ θα έπρεπε να δίνεται η δυνατότητα να επιστρέψεις στους NPC τα resources που ίσως άθελά σου έκλεψες, διότι βρέθηκες μπροστά τους και τα πήρες, καθώς στη συνέχεια ακούς τη δικαιολογημένη τους απογοήτευση που σου πρόσφεραν απλόχερα τροφή ή/και νερό κι εσύ πήρες και τα δικά τους αποθέματα. Εκεί στεναχωρήθηκα. Παρά ταύτα, το I Am Alive είναι ένας πολύ ολοκληρωμένος τίτλος, ο οποίος δεν έχει να ζηλέψει σχεδόν τίποτα από άλλους αντίστοιχους που κυκλοφορούν. Θα μπορούσε ίσως να διαρκεί περισσότερο, πάντως όσοι το παίξουν στο Survivor θα δυσκολευτούν σίγουρα σε κάποια σημεία. Προσωπικά, το τερμάτισα σε 8 ώρες και 45 λεπτά έχοντας κάνει το 72.5%, με 39 kills και 83% total score. Θα μπορούσα να βοηθήσω περισσότερα victims από 9/20, όμως σε τέσσερα – πέντε που συνάντησα επιπλέον, δεν είχα εκείνη τη στιγμή τα resources που χρειάζονταν, ενώ τα υπόλοιπα δεν τα ανακάλυψα. Αξιολογότατος τίτλος, ο οποίος προσφέρει μια αυθεντική survival εμπειρία. Δοκιμάστε τον.

Continue reading
  804 Hits
  0 Comments

Assassin’s Creed: Rogue – Η αλήθεια των Templars

Assassin’s Creed: Rogue – Η αλήθεια των Templars

Ένα χρόνο μετά το δυνατό μπάσιμο των κονσολών όγδοης γενιάς στη gaming βιομηχανία η Ubisoft Montreal, βασική developer εταιρία των Assassin’s Creed, έμελλε να στραφεί αποκλειστικά σ’ αυτές και τα PC με την κυκλοφορία του Unity, το οποίο όμως άφηνε παραπονεμένους τους κατόχους PS3 και Xbox 360. Αυτό το κενό έσπευσε να καλύψει η Ubisoft Sofia δημιουργώντας το ίδιο διάστημα έναν τίτλο… exclusive για τις κονσόλες αυτές και τα PC, ο οποίος ολοκληρώνει μια τετραλογία του franchise (Assassin’s Creed III, Liberation, Black Flag), που διαδραματίζεται στο 18ο αιώνα και την Αμερική των αποικιών.

Πρόκειται για έναν επίλογο και το τέλος μια εποχής, όπου συμπληρώνονται τα τελευταία κομμάτια του παζλ και συνδέονται οι διαφορετικές αυτές ιστορίες με τρόπο πολύ συνεκτικό, αν εξαιρέσει κάποιος το Liberation που απετέλεσε… τσόντα εν μέσω των λοιπών τίτλων. Είναι το παιχνίδι που δε διστάζει να κάνει μια στροφή στο ρου της ιστορίας και να μας παρουσιάσει τα τεκταινόμενα από μία άλλη σκοπιά, αυτή των διαχρονικά… κακών της όλης υπόθεσης, των Templars. Είναι η στιγμή που θα αναρωτηθεί ο καθένας μήπως του δημιουργήθηκε μια λανθασμένη εικόνα από όλη την υπόλοιπη σειρά και αν τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι όπως παρουσιάστηκαν μέχρι τώρα, τουλάχιστον όσον αφορά αυτή την περίοδο.

Το Rogue είναι κατά βάση σύγχρονο του Assassin’s Creed III (1754-1783), καθώς λαμβάνει χώρα το διάστημα 1752-1760. Κάπως έτσι οι αμφιβολίες για την αλήθεια αυξάνονται μετά τη νέα αυτή οπτική γωνία, καθώς είχαμε ήδη πάρει μια μικρή γεύση σ’ εκείνο το παιχνίδι ελέγχοντας αρχικά τον Haytham Kenway, first Grand Master του Τάγματος των Ναϊτών αυτών των χρόνων. Ένα από τα πλέον ενδιαφέρονται στοιχεία του Rogue είναι η επιστροφή – ισχυρή παρουσία ουκ ολίγων γνωστών χαρακτήρων από τα προηγούμενα games της σειράς, όπως του προαναφερθέντος Kenway, καθώς επίσης του -γερασμένου, πλέον-Adewale, quartermaster του Edward Kenway, πρωταγωνιστή του Black Flag, και πρωταγωνιστής του dlc «Freedom Cry». Ακόμη, βλέπουμε τον Mentor του Connor από το Assassin’s Creed III, Achilles, να ηγείται των Ασασίνων στα νιάτα του παρουσιάζοντας πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, ενώ για μία ακόμη φορά θα συναντήσουμε τον Benjamin Franklin, τον νεαρό George Washington και γνώριμους Templars από το παρελθόν.

Ο ήρωάς μας αυτή τη φορά είναι ο Shay Patrick Cormac ένας νεοσύλλεκτος Assassin υπό τις οδηγίες του Achilles, ο οποίος επιστρατεύεται στην αναζήτηση ενός artifact που δύναται να αποκαλύψει τις τοποθεσίες αρκετών Pieces of Eden στον παγκόσμιο χάρτη. Ωστόσο, σύντομα αρχίζουν να δημιουργούνται σύννεφα στη σκέψη του Shay, ο οποίος δεν πείθεται για τα κίνητρα της Αδελφότητάς του, ούτε από τις εξηγήσεις που του δίνονται. Έπειτα από μια κολοσσιαία καταστροφή την οποία θα προκαλέσει ο ίδιος σε μια αποστολή με τον ελληνικότατο τίτλο «Kyrie eleison», θα λάβει την τελική του απόφαση και θα αλλάξει στρατόπεδο συμπορευόμενος πλέον με τους Templars, πεπεισμένος ότι εν τέλει για την ειρήνη και την ευημερία πασχίζει και πολεμά αυτό το Τάγμα. Στο Rogue παρουσιάζεται η άλλη όψη του νομίσματος και οι αμφιβολίες για το… δίκιο του καθενός ενισχύονται προς το τέλος υπέρ των Templars.

Όπως ανέφερα και στο ξεκίνημα, πρόκειται για τον επίλογο μιας μεγάλης ιστορίας, ακόμη κι αν η in-game χρονική περίοδος ολοκληρώνεται επί της ουσίας εν μέσω του… Assassin’s Creed III. Είναι ένα παιχνίδι – σύνοψη και απολογισμός όσων βίωσαν οι gamers νωρίτερα, από μια διαφορετική και εν τέλει απολύτως επιτυχημένη προοπτική. Το σενάριο είναι ιδιαίτερα συμπαγές και πιστεύω αρτιότερο του Black Flag, με τη μόνη διαφορά ότι είναι συγκριτικά πολύ μικρότερο σε διάρκεια. Μέσα σε μόλις έξι sequences φτάνουμε στο φινάλε κι αυτό συγκαταλέγεται, αν μη τι άλλο, στα αρνητικά. Από τη στιγμή που υπήρχε η υποδομή και οι βάσεις ήταν ισχυρές, εδύνατο η κεντρική ιστορία να είναι τουλάχιστον κατά 80%-90% μεγαλύτερη, ούτως ώστε να μπορέσουμε να μιλήσουμε για μια ολοκληρωμένη εμπειρία με διαφορετική ιδεολογική προσέγγιση.

Πρόκειται για έναν συγκερασμό στοιχείων του Assassin’s Creed III και του Assassin’s Creed IV: Black Flag, που ενέχουν όμως έτσι και το στοιχείο της επανάληψης, το οποίο γίνεται πιο έντονο από κάθε άλλη φορά. Το Rogue επιχειρεί να συνδυάσει τις αποστολές του πρώτου στην ηπειρωτική χώρα με τις ναυμαχίες και τη θαλάσσια εξερεύνηση του δευτέρου, ωστόσο κάπου μοιάζει να… ξεμένει από δυνάμεις, ελλείψεως περαιτέρω εμβάθυνσης και όγκου της κεντρικής ιστορίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μη δίνεται η δυνατότητα στον παίκτη, τουλάχιστον μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο, να εξερευνήσει τον πολύ μεγάλο χάρτη του παιχνιδιού, το κλου του οποίου δεν είναι άλλο από την ευρύτερη περιοχή του βορείου Ατλαντικού.

Εκεί όπου τα πάντα είναι παγωμένα και οι χιονοθύελλες βρίσκονται σε ημερήσια διάταξη, ενώ παγόβουνα επιπλέουν επικίνδυνα για τους απρόσεκτους καπεταναίους. Εκεί το κολύμπι απαγορεύεται με την ποινή του θανάτου για όποιον δε θέλει να παγώσει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και οι… βουτιές από το καράβι για να φτάσεις στην κοντινή νησίδα γίνονται αποκλειστικά με δική σου ευθύνη! Τα χιονισμένα τοπία -και όχι μόνο, βέβαια- είναι χάρμα οφθαλμών, όπως και το μαγευτικό βόρειο σέλας στον ορίζοντα, ενώ σε κάποια σημεία το καράβι του Shay, το «Morrigan», χρειάζεται να σπάσει το λεπτό στρώμα πάγου που έχει επικαλύψει την επιφάνεια της θάλασσας ώστε να προχωρήσει. Πολύ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η River Valley, η οποία βρίσκεται στο ανατολικό άκρο των μετέπειτα Η.Π.Α., μια πανέμορφη, καταπράσινη περιοχή, η πλοήγηση εντός της οποίας απαιτεί επιδέξιες μανούβρες.

Από εκεί και πέρα, αξίζει να σημειωθεί ότι οι ναυμαχίες έχουν γίνει πολύ πιο εύκολες μειώνοντας ακόμη περισσότερο τον πάγια χαμηλό βαθμό πρόκλησης των Assassin’s Creed και ουσιαστικά ελαχιστοποιώντας το μόνο σοβαρό competitive στοιχείο που υπήρξε μέχρι τώρα και το συναντήσαμε στο Black Flag, εκεί όπου ήθελε αυξημένα skills ειδικά για να κουρσέψεις ένα ισχυρότερο πλοίο από το δικό σου, συνδυάζοντας σωστά την άμυνα και την αποφυγή με την αποφασιστική και καίρια επίθεση, πάντοτε βεβαίως με τις κατάλληλες αναβαθμίσεις. Upgrades τα οποία μπορούν να γίνουν πολύ πιο γρήγορα αυτή τη φορά, καθώς πλέον δίνεται η δυνατότητα αποταμίευσης κάποιων χρημάτων από κάθε πλοίο που κυριεύεις, πέραν του σχετικού loot που θα δώσει ακόμη περισσότερα, ενώ υπάρχουν και φρεγάτες – θησαυροφυλάκια, που σου προσφέρουν τουλάχιστον 2.000 λίρες εκάστη. Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένες τροποποιήσεις όσον αφορά τον εξοπλισμό του σκάφους, οι οποίες απλοποιούν κι άλλο τα πράγματα καθώς το AI των αντιπάλων πλοίων είναι αισθητά μειωμένο και σαφώς λιγότερο επιθετικό. Στο Black Flag τα legendary ships δεν έπεφταν με τίποτα χωρίς σχεδόν το σύνολο των διαθέσιμων αναβαθμίσεων, μαζί με τα elite upgrades. Αντίθετα, τώρα, απέναντι και σε περισσότερα πλοία, η υπόθεση έμοιαζε σχεδόν «παιχνιδάκι».

Με ξένισε, ακόμη, το γεγονός ότι το «Morrigan» σε full speed έμοιαζε να πηγαίνει με κινητήρα και όχι με την ταχύτητα του ανέμου στα ανοιχτά πανιά, ενώ ένα εντυπωσιακό στοιχείο ήταν το… sprint που μπορούσες να κάνεις έχοντας πατημένο το LT και πατώντας εν συνεχεία το Α, δίνοντας την αίσθηση ότι το πλοίο έχει… nitro(!), τη στιγμή, δηλαδή, που η κάμερα έδειχνε μόνο την πλώρη του. Προσθαφαιρέσεις υπάρχουν και στην πανίδα του παιχνιδιού σε σχέση με το παρελθόν, με γνωστά ζώα να κάνουν και πάλι την εμφάνισή τους και άλλα να έχουν προστεθεί προσαρμοσμένα στο ψυχρότερο κλίμα των βορειότερων περιοχών. Καταλήγοντας, πιστεύω ότι με το Assassin’s Creed: Rogue εξαντλήθηκε η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος, και πέραν του πολύ ενδιαφέροντος -πλην μικρού σε διάρκεια- κεντρικού story, της φυσικής ομορφιάς και των όποιων ελαχίστων διαφοροποιήσεων, το «ξεζούμισμα» έκανε για πρώτη φορά τόσο εμφανή τα σημάδια του.

Continue reading
Recent Comments
TheRedWood
Ωραίο review, Professor! Όντως την άρμεξαν τελείως αυτήν την αγελάδα. αν και δε με χάλασε το Rogue. Γενικά όποιος έπαιξε τα 2 προη... Read More
Monday, 21 September 2015 19:53
Professor_Severus_Snape
Σ' ευχαριστώ, έστω και καθυστερημένα! Εμένα η ιστορία του μου άρεσε πολύ, αλλά θα ευχόμουν να ήταν διπλάσια σε έκταση αρκεί να μην... Read More
Wednesday, 25 November 2015 08:13
  912 Hits
  2 Comments

Πρώτη φορά… Assassin’s Greed!

Πρώτη φορά… Assassin’s Greed!

Δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι τα τελευταία χρόνια η Ubisoft έχει ανακαλύψει την κότα με τα χρυσά αυγά όσον αφορά το franchise του Assassin’s Creed, και εξακολουθεί να κυκλοφορεί τίτλους με το κιλό, με συχνότητα μεγαλύτερη του ενός ανά έτος. Έχοντας παίξει όσους υπήρξαν έως τις αρχές του 2014, πιστεύω ότι κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί, διότι κάθε παιχνίδι μέχρι εκείνο το σημείο είχε να προσθέσει αρκετά πράγματα κάθε φορά, που είτε βελτίωναν είτε διαφοροποιούσαν τη σειρά και στα οποία έχω αναφερθεί αναλυτικά σε προηγούμενα blogs. Εκείνο το χρονικό σημείο, όμως, η εταιρία αποφάσισε να διαθέσει στην αγορά την -θεωρητικά- HD έκδοση του Assassin’s Creed III: Liberation, το οποίο είχε κυκλοφορήσει στα τέλη του 2012 αποκλειστικά στο PS Vita.

Ήταν το πρώτο και τελευταίο παιχνίδι της σειράς που κυκλοφόρησε στη συγκεκριμένη κονσόλα και κρίνοντας από το αποτέλεσμα, δε θα πρέπει να αναρωτηθεί κάποιος το λόγο. Παρά ταύτα, οι πολύ καλές πωλήσεις του, όπως διαβάζουμε στο σχετικό review του site, ώθησαν τη Ubisoft να μεταφέρει τον τίτλο στις μεγάλες κονσόλες (PS3, Xbox 360) και τα PC. Θεωρώ ότι αν δε μιλούσαμε για τους κανόνες της αγοράς, οι οποίοι ρυθμίζουν τα πάντα, τότε θα επρόκειτο για καθαρή… απληστία, καθώς το Liberation απείχε παρασάγγας από την υπόλοιπη σειρά σε όλους τους τομείς, μηδενός εξαιρουμένου. Σεβαστό το γεγονός ότι διατέθηκε νωρίτερα σε μια φορητή κονσόλα, ωστόσο δεν υπήρχε κανείς ουσιαστικός λόγος να μεταφερθεί, ειδικά με τον τρόπο που συνέβη.

Ακόμη κι αν υποθέταμε ότι ο τεχνικός τομέας θα δουλευόταν από την αρχή, προκειμένου να συμβαδίζει με τα νέα στάνταρ, η ιστορία του παιχνιδιού είχε τρομερά προβλήματα συνοχής, τα οποία και παρέμειναν. Αναλαμβάνοντας το ρόλο της Aveline de Grandpré, αισθάνθηκα στη σύντομη διάρκεια του παιχνιδιού (που δεν υπερβαίνει τις οκτώ ώρες αν ασχοληθεί κάποιος μόνο με την κεντρική υπόθεση) ότι έκανα σκόρπιες αποστολές οι οποίες πάσχιζαν να ταιριάξουν στοιχειωδώς μεταξύ τους, προσπάθεια η οποία πλαισιωνόταν από μια μικρή παράγραφο στο ξεκίνημα κάθε sequence ούτως ώστε να μειώνονται κάπως οι απορίες και να συμπληρώνονται τα κενά! Πρόκειται για μια νεαρή Γαλλίδα αφρικανικής καταγωγής, η μητέρα της οποίας εξαφανίζεται στην προπαιδική της ηλικία και η ίδια μεγαλώνοντας γίνεται Assassin, χωρίς να ξέρουμε πώς και γιατί, και ψάχνει αφενός να βρει τη μητέρα της, αφετέρου να βοηθήσει τους σκλάβους της περιοχής της.

Το παιχνίδι εκτυλίσσεται στην αποικιακή Αμερική από το 1765 έως το 1777, ενώ κάθε στιγμή διαπιστώνεται η πολύ χαμηλή ποιότητά του ακόμη και μεμονωμένα, πόσο μάλλον σε σύγκριση με τα υπόλοιπα της σειράς. Είχα σε μόνιμη βάση την αίσθηση ότι παίζω ένα μέτριο game του 2005, με story που κάθε τόσο σε κάνει να αναρωτιέσαι «what the fuck?» και σε απομακρύνει σε κάθε περίπτωση, σε ένα κόσμο που… προσπαθείς να τον κάνεις κτήμα σου, αλλά αυτός σε απωθεί πεισματικά. Ο οπτικός τομέας αποδεικνύεται τραγικός κάνοντας το HD στην ονομασία του τίτλου να μοιάζει με φύκια που πλασάρονται για μεταξωτές κορδέλες, με τραγικό φωτισμό σε όλες τις περιπτώσεις, όπου, ακόμη και όντας μέρα, πολλές φορές δε φαίνεται τίποτα και αναγκάζεσαι να ενεργοποιήσεις το eagle vision μόνο γι’ αυτό το λόγο(!), με σχεδιασμό χαρακτήρων και περιβάλλοντος που υστερεί σαφώς έναντι του -κατά έξι και πλέον χρόνια προγενέστερου- πρώτου Assassin’s Creed. Ο ήχος κινείται σε ανάλογα επίπεδα υστερώντας περισσότερο απ’ όλα στο voice acting το οποίο δεν καταφέρνει να πείσει ποτέ, ενώ η δυσκαμψία στην κίνηση του χαρακτήρα της κατά τα άλλα συμπαθούς και όμορφης Aveline θυμίζει Harry Potter and the Philosopher's Stone (2001).

Η αποκαρδιωτική εικόνα του παιχνιδιού ολοκληρώνεται με την τραγική AI, όπου πολλές φορές θα βρεθείς μπροστά στον εχθρό και δε θα σε αντιληφθεί, με αποκορύφωμα τις στιγμές που εσύ θα είσαι πάνω στη σκεπή, αυτός θα σε κοιτάζει ακριβώς από κάτω, αλλά δε θα γίνεσαι detected! Στα θετικά ήταν η δυνατότητα χρησιμοποίησης διαφορετικών εμφανίσεων της ηρωίδας (lady, assassin, slave) με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά τους για την καλύτερη προσέγγιση ορισμένων αποστολών, και μια ευχάριστη έκπληξη – συνάντηση στην πορεία του παιχνιδιού. Καταλήγοντας, είναι προφανές ότι για το Assassin’s Creed: Liberation HD θα έπρεπε να επικρατήσει παραφρασμένο το ρητό «what happens on PS Vita, stays on PS Vita». Πριν από αυτό είχα ασχοληθεί με το Black Flag, συνεπώς η κριτική άνευ στρογγυλοποίησης των -πολλών- γωνιών προέκυψε μάλλον εύλογα. Ανεξαρτήτως αυτού, η διάθεση του παιχνιδιού στα PC και τις κονσόλες έβδομης γενιάς ήταν τουλάχιστον ατυχής.

Continue reading
Recent Comments
TheRedWood
Την πρώτη φορά που το έπαιξε... το παράτησα. Μετά το Black Flag δεν μπορούσα να συνηθίσω τα controls και γενικά το στυλ του παιχνι... Read More
Monday, 21 September 2015 19:59
Professor_Severus_Snape
Καλά, το Unity ήταν τραγωδία. Δε μπόρεσα να το παίξω ποτέ. Το Liberation πάντως, παρότι τερμάτισα το main story, δε μπόρεσα να το ... Read More
Wednesday, 25 November 2015 08:18
  712 Hits
  2 Comments

Black Flag in the horizon! Flee for your lives!

Black Flag in the horizon! Flee for your lives!

Όταν μια εταιρία αποφασίζει να δημιουργήσει μία σειρά παιχνιδιών κυκλοφορώντας κάθε τίτλο της με μεγάλη συχνότητα, αναλαμβάνει ένα πολύ σημαντικό ρίσκο. Να προκαλέσει φθορά από την επανάληψη των αναπόφευκτα κοινών χαρακτηριστικών τους και να κουράσει τους gamers οι οποίοι θα στραφούν σε άλλες επιλογές γιατί το franchise έχασε την αίγλη που απέκτησε στο ξεκίνημα ή σταδιακά. Συνηθίζεται να λέγεται ότι είναι πολύ πιο εύκολο να φτάσεις στην κορυφή από το να παραμείνεις σ’ αυτή. Σε τούτο θα προσθέσω ότι είναι ακόμη πιο δύσκολο να παραμείνεις χωρίς να συνεχίζεις με «πασαλείμματα» και στείρες ανακυκλώσεις του ίδιου πράγματος, που δεν προσφέρουν γιατί διαφορετικό, κάτι περισσότερο. Σε όλα αυτά έχει κληθεί να απαντήσει η Ubisoft με τη σειρά Assassin’s Creed, η οποία τα τελευταία οκτώ χρόνια μετρά -ούτε λίγο, ούτε πολύ- δέκα κυκλοφορίες, μαζί με το φετινό, στις μεγάλες κονσόλες και τα PC, συν ένα 2D spin off, και ακόμη τέσσερα releases σε κονσόλες χειρός και κινητά.

Το Assassin’s Creed III ήταν το παιχνίδι που πέρασε τη σειρά σε άλλο επίπεδο, τόσο ιστορικά όσο και σε επίπεδο «ζωντάνιας» και πλουραλισμού του περιβάλλοντος, επαναπροσδιορίζοντας την έννοια του open world στοιχείου του παιχνιδιού και προσφέροντας έναν τεράστιο χάρτη προς εξερεύνηση και διάδραση, συμβατό με τη νέα εποχή στην οποία διαδραματιζόταν σε σχέση με τα προηγούμενα. Συνεπώς, ο πήχυς είχε αυξηθεί ιδιαίτερα και η πρόκληση για το επόμενο release ήταν πολύ υψηλό. Η κυκλοφορία του Black Flag πριν από δύο χρόνια, όμως, ήταν η απόδειξη ότι το franchise δεν έχει στερέψει από ιδέες και μπορεί να προσφέρει ακόμη περισσότερα σε εκατομμύρια fans. Κι αν η προσθήκη ναυμαχιών στον προκάτοχό του έκανε τη διαφορά, η βελτίωση αυτού του χαρακτηριστικού υπήρξε γιγαντιαία.

Και πώς θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, από τη στιγμή που η λογική έμελλε να ξεφύγει σχεδόν σε απόλυτο βαθμό πλέον από το στενό πλαίσιο του παρελθόντος (Assassins εναντίον Templars, παγκόσμια κυριαρχία και μια μεγαλύτερη απειλή), παρουσιάζοντας το Black Flag. Ένα αγνό, κατ’ εξοχήν πειρατικό παιχνίδι στο οποίο οι θάλασσες και η ευρύτερη περιοχή της Καραϊβικής μετατρέπονται σε ένα απέραντο λημέρι, εκεί, στη δεύτερη δεκαετία του 18ου αιώνα, και η μάχη εξακολουθεί αενάως απέναντι στις αγγλικές και ισπανικές ναυτικές -και όχι μόνο- δυνάμεις. Εκεί που η πειρατεία και το πλιάτσικο μετατρέπονται σε τρόπο ζωής για όλους όσοι θέλουν να ζουν χωρίς το βασιλιά της Αγγλίας πάνω από το κεφάλι τους και γι’ αυτό προτιμούν να δαμάζουν τα κύματα και να βυθίζουν τα εχθρικά πλοία, αναλαμβάνοντας το ρίσκο ενός πρόωρου τέλους στο ικρίωμα.

Ο Edward Kenway είναι ο ήρωας που ελέγχουμε αυτή τη φορά, και δεν είναι άλλος από τον πατέρα του Haytham Kenway και παππού του Ratonhnhaké:ton – Connor, των πρωταγωνιστών του Assassin’s Creed III. Ένας επιπόλαιος νεαρός Άγγλος, ο οποίος θέλει να γίνει πλούσιος και για να το πετύχει αυτό αποφασίζει να ακολουθήσει το σύντομο δρόμο, αυτόν της πειρατείας, μειώνοντας αυτομάτως και το προσδόκιμο ζωής του. Το story του παιχνιδιού, που προδήλως αποτελεί prequel του προκατόχου του, εξ αντικειμένου υποχρεούται να συνδέσει τη γνωστή κεντρική ιστορία της σειράς, με την τροπή που έχει λάβει βεβαίως στα τελευταία γεγονότα. Το Black Flag, όμως, δεν είναι αυτό κατά βάση. Είναι η ατελείωτη περιπλάνηση στη θάλασσα ως ένας γνήσιος πειρατής. Είναι η πολιορκία οχυρών και οι επικές ναυμαχίες απέναντι σε ισχυρότερα πλοία, δυναμικές φρεγάτες ή πραγματικές πλωτές πολιτείες, τα θηριώδη Man O’ War warships. Είναι η αίσθηση ότι αυτός ο τόπος σου ανήκει ολοκληρωτικά και όταν βρίσκεσαι στο πηδάλιο του «Jackdaw» κανείς δε μπορεί να σε αμφισβητήσει ή να σταθεί στο διάβα σου. Φυσικά, για να συμβεί κάτι τέτοιο ο Edward θα πρέπει να αναβαθμίσει το πλοίο του.

Κι αυτό θα το πετύχει με τα recourses (rum, sugar, cloth, wood, metal) που αποκτά σταδιακά από τις επιθέσεις σε εχθρικά πλοία, όταν θα πλιατσικολογήσει αφού πρώτα προσεγγίσει το εχθρικό κατάστρωμα και πετσοκόψει -με τη βοήθεια και των ανδρών του- ένα συγκεκριμένο αριθμό του αντιπάλου πληρώματος ώστε να παραδοθεί το εναπομείναν. Recourses τα οποία μπορεί να πουλήσει και να προσθέσει τα χρήματα αυτά σε όσα έχει βρει σε σεντούκια ή αρπάξει ως λάφυρα από συγκεκριμένες φρεγάτες. Ποτέ δε θα μπορούσα να φανταστώ ότι οι ναυμαχίες θα ήταν τόσο εθιστικές ώστε να έχω δώσει μερικές εκατοντάδες μέχρι στιγμής, με τη μέγιστη ηδονή να προσφέρει η στιγμή που στρέφεις την πλώρη προς τα έξαλα του εχθρικού πλοίου και το τσακίζεις με το πανίσχυρο έμβολό σου ως άλλος πηδαλιούχος του «Ναυτίλου»! Το σύστημα της ναυμαχίας έχει βελτιωθεί κατακόρυφα και πλέον τα κανόνια είναι πολύ περισσότερα, τόσο σε αριθμό όσο και σε τοποθέτηση (μπροστά, στο πλάι κ.λπ.), έχουν κυμαινόμενο range, ενώ υπάρχουν και τα fire barrels που εκτοξεύονται σε κοντινή απόσταση από την πρύμνη.

Είναι αυτονόητο ότι μιλώντας για προσθήκες, αυτές δε θα μπορούσαν να περιορίζονται σε απλές βελτιώσεις, αν και είναι γεγονός ότι αφορούν κατά βάση τη θάλασσα. Η αγορά μιας… καμπάνας καταδύσεων στην πορεία του παιχνιδιού, κοινώς diving bell, ξεκλειδώνει τη δυνατότητα για υποβρύχια εξερεύνηση στον εντυπωσιακό βυθό της Καραϊβικής σε συγκεκριμένα σημεία του χάρτη, για ένα μαγευτικό κυνήγι θησαυρού υπό την απειλή αιμοβόρων καρχαριών, σμερνών και μεδουσών. Η δημιουργικότητα εν προκειμένω κορυφώθηκε και το αποτέλεσμα καθηλώνει σε κάθε περίπτωση. Ακόμη πιο επική, όμως, αποδεικνύεται η δυνατότητα ψαρέματος, επίσης σε συγκεκριμένες περιοχές, και προφανώς όχι τσιπούρας ή σπάρου με πετονιά και αναμονή.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο Edward μπαίνει σε βάρκα με μια ομάδα, παίρνει το καμάκι του και επιδίδεται σε ένα εκπληκτικό κυνήγι με εναλλαγή ρόλων ανάμεσα σε θηρευτή και θήραμα! Βρίσκεται αντιμέτωπος με τρομερούς καρχαρίες και τεράστιες φάλαινες, οι οποίες δεν πρόκειται να παραδοθούν εύκολα. Είναι η στιγμή που ο πληγωμένος μεγάλος λευκός καρχαρίας έχει κόψει το σχοινί και ο ήρωας στέκει πανέτοιμος με το καμάκι ανά χείρας πάνω από τη φαινομενικά νηφάλια θάλασσα. Είναι η στιγμή που η αδρεναλίνη εκρήγνυται όταν μέσα σε μια οπτική και ηχητική πανδαισία ο καρχαρίας εκτινάσσεται με ανοιχτά σαγόνια μπροστά στη βάρκα και απλά θέλεις να ξανανέβεις στο πλοίο! Ο καρχαρίας ταύρος και ο σφυροκέφαλος είναι τα δύο άλλα είδη που συναντώνται στο game, ενώ από εκεί και πέρα υπάρχουν η φάλαινα δολοφόνος (όρκα), η μεγάπτερη και η λευκή. Ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία απαντάται στην ξηρά, από κουνέλια και μαϊμούδες μέχρι ιαγουάρους και κροκόδειλους! Έσοδα βεβαίως μπορούν να κομιστούν και από το κυνήγι στο σύνολό του.

Από εκεί και πέρα, είναι η πρώτη φορά σε Assassin’s Creed game που οι καιρικές συνθήκες έχουν τόσο αξιοσημείωτο ρόλο, πάντοτε βεβαίως εν πλω. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να ξεσπάσει μια τρομερή καταιγίδα, η οποία δεν περιορίζεται στην έντονη βροχόπτωση και τους κεραυνούς στον ορίζοντα. Η θάλασσα ανταριάζει και ο άνεμος λυσσομανά, ενώ είναι πιθανό να περάσει από κοντινή απόσταση ακόμη και ανεμοστρόβιλος. Το μεγάλο σοκ όμως βίωσα στο ξεκίνημα του παιχνιδιού, όταν οφείλοντας να ξεφύγω με το τότε ταπεινό μου πλοίο εν μέσω… χαλασμού Κυρίου, είδα ξαφνικά ένα τεράστιο τσουνάμι να υψώνεται σαν θεόρατο τείχος ερχόμενο με ταχύτητα κατά πάνω μου, κι εκεί ομολογώ ότι ανατρίχιασα καθώς αιφνιδιάστηκα, διότι πήγαινα ίσια προς αυτό και δε μπορούσα να αντιδράσω! Ήταν με μια λέξη «επιβλητικό», με όλη τη σημασία της. Τα στοιχεία της φύσης σε όλο τους το μεγαλείο!

Όσον αφορά την καθ’ αυτή ιστορία του Black Flag θα ρίσκαρα να πω ότι ήταν η λιγότερο ενδιαφέρουσα σε σχέση με όλες τις προηγούμενες της σειράς. Το σενάριο δε στόχευε να διεκδικήσει Όσκαρ, αλλά να δώσει την ευκαιρία στον παίκτη, κάνοντας τις βασικές αποστολές, να πάει σε όσο το δυνατόν περισσότερες περιοχές του χάρτη και να απολαύσει τα μαγευτικά τοπία και γραφικά που συνοδεύονται από θεσπέσια μουσική, η οποία «πατά» στις συνθέσεις του Hans Zimmer στην τριλογία των «Πειρατών της Καραϊβικής». Η σύνδεση του ίδιου του Edward με τους Templars, τους Assassins και τη γνωστή υπόθεση είναι πιο στοιχειώδης από ποτέ. Είναι προφανές ότι άλλα πράγματα ήθελε να προσφέρει και σε άλλα χαρακτηριστικά να εστιάσει η Ubisoft, με το τελικό αποτέλεσμα να τη δικαιώνει σε απόλυτο βαθμό και τους gamers να έχουν τη δυνατότητα να απολαύσουν ένα παιχνίδι με αγνή, καθαρόαιμη πειρατική διασκέδαση και λογική.

Continue reading
Recent Comments
TheRedWood
Το προσωπικό αγαπημένο μου AC. Ίσως μου άρεσε περισσότερο από τα άλλα γιατί είναι διαφορετικό, ή ίσως επειδή είναι κάτι προτότυπο.... Read More
Sunday, 13 September 2015 02:46
Professor_Severus_Snape
Συμφωνώ, κι εμένα είναι το αγαπημένο μου, κι ο λόγος είναι ότι αποδείχθηκε ένα από τα δύο-τρία πιο διασκεδαστικά παιχνίδια που έχω... Read More
Wednesday, 25 November 2015 08:28
  1086 Hits
  2 Comments

Ταξιδεύοντας στο μαγευτικό κόσμο του Limbo

Ταξιδεύοντας στο μαγευτικό κόσμο του Limbo

Πιστεύω ότι τα 2D games είναι μια ευρύτερη κατηγορία η οποία μπορεί και συγκινεί gamers κάθε ηλικίας. Για τις παλιές καραβάνες του gaming τούτο είναι κάτι αυτονόητο, καθώς μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90 το 3D ήταν μάλλον κάτι… άγνωστο. Ακόμη όμως και οι νεότεροι εξακολουθούν να απολαμβάνουν τέτοιους τίτλους κατά βάση στις κονσόλες χειρός και σε μικρότερο βαθμό στις υπόλοιπες και τα PC. Πάντοτε πίστευα ότι τα σύγχρονα 2D games, και δη τα αξιόλογα,  σε οποιοδήποτε genre κι αν ανήκουν, καταφέρνουν να συνδυάζουν το παλιό και κλασικό, με το νεωτεριστικό-ανανεωτικό και τις σημερινές δυνατότητες της τεχνολογίας σε όλους τους τομείς. Ουκ ολίγοι indie developers έχουν πέσει… με τα μούτρα στη συγκεκριμένη κατηγορία, με έμφαση στα puzzle και action platform games, παρουσιάζοντας μικρά ή μεγαλύτερα «διαμαντάκια», τίτλους ικανούς να γεμίσουν πλούσια συναισθήματα τον παίκτη, ο οποίος ορισμένες φορές θα μείνει με το… παράπονο της σύντομης διάρκειάς τους.

Η gaming βιομηχανία πάσχει από την ίδια ασθένεια που μαστίζει αρκετές άλλες, όπως του κινηματογράφου και της μουσικής, πέραν βεβαίως των αρκετών εξαιρέσεων σε όλες αυτές. Πάσχει από έλλειψη έμπνευσης και δημιουργικότητας. Υπ’ αυτό το πρίσμα ευνοείται κατά κάποιο τρόπο η στροφή στον ιδιώτη, στη μικρή και άσημη ομάδα ανθρώπων η οποία θα επιστρατεύσει τη φαντασία της για να δημιουργήσει κάτι το οποίο θα ξεχωρίσει και θα μείνει. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει και η Playdead, η οποία το 2010 κυκλοφόρησε στο XBOX 360 το Limbo, ένα 2D puzzle/platform που τον επόμενο χρόνο διατέθηκε στο PS3 και τα PC αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές, και μέχρι στιγμής λογίζεται ως ένα από τα καλύτερα indie games ever.

Είναι αλήθεια πως είχα σταμπάρει το συγκεκριμένο παιχνίδι από τη στιγμή που διάβασα το review του site και, όπως αποδείχθηκε, δεν έπραξα άσχημα. Το Limbo είναι ένα πολύ ιδιαίτερο game, με αυστηρά προσωπικό ύφος, καθώς σ’ αυτό παρελαύνουν οι… 50 αποχρώσεις του γκρι, κοινώς είναι ασπρόμαυρο! Μια εμπνευσμένη δημιουργία που κατάφερε να διατηρήσει το ενδιαφέρον μου ζωηρό μέχρι τη στιγμή που είδα τα credits… μακαρίζοντας τους developers για την εμπειρία που μου χάρισαν. Είναι ένας κόσμος μοναχικός αυτός στον οποίο σε εισάγει, με μια υποβλητική ατμόσφαιρα που καθηλώνει καθώς το ταξίδι του nameless Little Boy ξεκινά. Μέγιστο ρόλο σ’ αυτό παίζει βεβαίως το απόκοσμο οπτικό αντικείμενο, αλλά δεν περιορίζεται μόνο εκεί. Ο ήχος του παιχνιδιού είναι από μόνος του σκέτη μαγεία, πλαισιώνοντας φανταστικά όσα διαδραματίζονται επί της οθόνης, υποχρεώνοντας τον παίκτη να έχει «τεντωμένα» τα αυτιά του και να παρατηρεί και την παραμικρή λεπτομέρεια, από το κοράκι που θα κρώξει κάπου μακριά -ή και όχι τόσο, μέχρι το θόρυβο τεραστίων περιστρεφόμενων γραναζιών ή ένα απροσδιόριστο και σχεδόν απειλητικό υπόκωφο βουητό που σπάει τη σιωπή του ζοφερού δάσους. Η μινιμαλιστική ηχητική πανδαισία συμπληρώνεται ιδανικά από κατά βάση ambient μουσικά ερεθίσματα.

Το πιτσιρίκι, τον έλεγχο του οποίου αναλαμβάνουμε, ξυπνά σ’ ένα δάσος -χωρίς να μας δίδεται καμία πληροφορία- και καλείται να ανακαλύψει τι ακριβώς συμβαίνει στον κόσμο αυτό. Το σενάριο περιορίζεται στην ανωτέρω πολύ απλή πρόταση, χωρίς να επιφυλάσσει κάποια έκπληξη στη συνέχεια ή το τέλος, καθώς η λογική είναι ότι σημασία έχει το ταξίδι και όχι ο προορισμός. Άλλωστε, όσο προχωράς στο περιβάλλον του Limbo, τόσο συνειδητοποιείς ότι δε σε ενδιαφέρει να… σώσεις τον κόσμο ή να φτάσεις στον τερματισμό, παρά να συνεχίσεις να προχωράς. Συναντώντας κι άλλους πανέξυπνους, ευρηματικούς και απολύτως λογικούς γρίφους, οι οποίοι θα «ακονίζουν» ακόμη περισσότερο το μυαλό σου και θα γουστάρεις κάθε φορά που ξεπερνάς τον τελευταίο.

Εξάλλου, η στείρα μετακίνηση αντικειμένων ή το τράβηγμα μοχλών δε θα αποδώσει αν δε συνοδεύεται από γρήγορα αντανακλαστικά και κατάλληλο συγχρονισμό στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ενώ η σκέψη και η συγκέντρωση παίζουν κυρίαρχο ρόλο στην επίλυση των puzzles, τα οποία χαρακτηρίζονται από ομαλότατο σταδιακά αυξανόμενο βαθμό δυσκολίας, με αυτά στο τελευταίο κομμάτι του παιχνιδιού να είναι… «παλούκι». Σε ένα game του οποίου η διάρκεια κυμαίνεται περί τις 4-5 ώρες βάσει του review του site, έκανα κάτι λιγότερο από 5.5, με τέσσερις-πέντε γρίφους -κυρίως προς το τέλος- να με παιδεύουν από αρκετά έως πολύ.

Ο μικρός ήρωας θα χρειαστεί να διανύσει το δάσος καθώς και άλλες κατά βάσιν ακατοίκητες περιοχές, με κάποιες εξ αυτών να θυμίζουν τα ενεργά απομεινάρια εγκαταλελειμμένων εργοστασίων, αντιμετωπίζοντας ψυχεδελικές προκλήσεις όπου τα πάνω έρχονται κάτω και τα δεξιά… αριστερά, και ο προσανατολισμός μετατρέπεται σε challenge ισορροπίας, ταχύτητας και ακρίβειας. Κάθε σημείο του παιχνιδιού κρύβει τις δικές του παγίδες, ενώ δε λείπουν και κάποιοι εχθροί, οι οποίοι ως ένα σημείο θυμίζουν τα Χαμένα Παιδιά του Πίτερ Παν. Πλην όμως, πολύ πιο απειλητικός είναι ένας πολύ μεγαλύτερος, με περισσότερα πόδια… Κι αν κάποιος πιστεύει ότι το παιχνίδι, πέραν του σημαντικού βαθμού δυσκολίας του, απευθύνεται σε παιδιά, θα αλλάξει γνώμη όταν δει τον τρόπο με τον οποίο σκοτώνεται ο πρωταγωνιστής, όταν -ενδεικτικά και μόνο- πριονωτοί τροχοί τον διαμελίζουν (κεφάλι, σώμα, χέρια, πόδια) κόβοντάς τον κυριολεκτικά σε φέτες, με τα έντερα να πετάγονται έξω!

Είναι απίστευτο και πέρα για πέρα άξιο θαυμασμού το πόσα πράγματα πέτυχαν-δημιούργησαν οι developers της Playdead μέσα σε… 100 MB, που είναι το συνολικό μέγεθος του Limbo! Ένα παιχνίδι που προσφέρει τόσα πολλά απαιτώντας τεχνολογικά ελάχιστα πράγματα, που αναδεικνύει τον ανθρώπινο παράγοντα σε επίπεδο έμπνευσης, ευρηματικότητας και πρωτοτυπίας και αποδεικνύει ότι δεν είναι πάντα απαραίτητο ένα τεράστιο μπάτζετ για να φτιάξεις κάτι που θα αναδειχθεί ως εκ των κορυφαίων του είδους του.

Continue reading
  817 Hits
  0 Comments

Το ποιοτικό άλμα του Assassin’s Creed III

Το ποιοτικό άλμα του Assassin’s Creed III

Στο πέρασμα των τελευταίων δεκαετιών έχουμε δει πάρα πολλά παιχνίδια να σημειώνουν αξιοσημείωτη έως τεράστια επιτυχία. Αυτό συμβαίνει σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό στις περιπτώσεις κατά τις οποίες συγκεκριμένα games γίνονται «μόδα» και σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους σε πωλήσεις και τον εθισμό που προκαλούν σε πλατύτατες μάζες παικτών ανά τον κόσμο. Τυχαία, αλλά ενδεικτικά, παραδείγματα αποτελούν τα Counter Strike, World of Warcraft, DotA, Grand Theft Auto και βεβαίως το League of Legends. Δε σκοπεύω να υπεισέλθω στα ποιοτικά ή μη χαρακτηριστικά που μετατρέπουν ένα παιχνίδι σε παγκόσμιο… φαινόμενο. Αυτή τη φορά θα αναφερθώ στο πέμπτο Assassin’s Creed το οποίο κυκλοφόρησε στα τέλη του 2012 στα PC και τις «μεγάλες» κονσόλες, της Sony και της Microsoft. Μία ακόμη μόδα, η «μπογιά» της οποίας καλά κρατεί επί οκτώ συναπτά έτη.

Το Assassin’s Creed III εμφανίστηκε για να δώσει συνέχεια στη γνωστή ιστορία με επίκεντρο τον σύγχρονό μας, Desmond Miles, ο οποίος αναβιώνοντας τις αναμνήσεις των Assassins προγόνων του ψάχνει να βρει απαντήσεις σε μυστηριώδη ζητήματα που, όπως έχει ανακαλύψει έως τώρα, υπερβαίνουν το Τάγμα του και αυτό των Templars αποκαλύπτοντας κάτι ακόμη μεγαλύτερο. Έχοντας παίξει τη σειρά της Ubisoft μέχρι αυτό το σημείο, θεωρώ ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι-σταθμό, από αρκετές απόψεις. Είναι το παιχνίδι που απαγκιστρώνεται για πρώτη φορά από το δίπολο Altair – Ezio, όπως αυτό παρουσιάστηκε στα πρώτα τέσσερα παιχνίδια, με την τριλογία του Ιταλού Ασασίνου (Assassin’s Creed II, Brotherhood, Revelations) να συμπληρώνεται καθ’ αυτόν τον τρόπο αλλά ταυτόχρονα να δίνει και απαντήσεις όσον αφορά τα πεπραγμένα του προγόνου του.

Είναι το παιχνίδι που, ξεφεύγοντας από τον 14ο – 15ο αιώνα των προκατόχων του, χάνει ίσως και το «ρομαντικό» στοιχείο μιας παλαιότερης εποχής, όπου σπαθιά και τόξα είχαν σχεδόν τον αποκλειστικό λόγο στη «διευθέτηση» διαφορών. Είναι το παιχνίδι που κάνει μια στροφή 180 μοιρών και μεταφέρει την ιστορία στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, στην εποχή των αποικιών στην Αμερική, συμπεριλαμβάνοντας και την Αμερικανική Επανάσταση, καθώς εκτυλίσσεται σε βάθος τριακονταετίας, από το 1754 έως το 1783. Είναι το παιχνίδι που ουσιαστικά για πρώτη φορά ξεφεύγει από τη στενή λογική των αποστολών σχεδόν αποκλειστικά εντός πόλεων, με αρκετές εξ αυτών να λαμβάνουν χώρα στην ύπαιθρο, αλλά και τη λογική που θέλει σε κάθε μία εξ αυτών να υπάρχει ένας συγκεκριμένος στόχος προς δολοφονία. Είναι το παιχνίδι στο οποίο όσοι αισθάνονται κορεσμένοι από τη σειρά μπορούν να πουν «εντάξει, κουράστηκα» και να μην ακολουθήσουν μετά τις προηγούμενες εμπειρίες τους. Είναι όμως και το παιχνίδι που μπορεί να εγγυηθεί και να προσφέρει νέες συγκινήσεις και ενδιαφέρον με το ανατρεπτικό του ύφος, δεδομένης και της εγνωσμένης ποιότητας του franchise, τόσο σεναριακά όσο και στον τομέα του gameplay.

Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία -και χωρίς να κάνω κάποιο spoiler που θα «ξενερώσει» τους μη γνωρίζοντες- καθώς η ιστορία προχωρά, δίνεται η δυνατότητα στον gamer να αντιληφθεί ακόμη καλύτερα και πιο συγκεκριμένα τα πραγματικά στοιχεία που διαφοροποιούν τους Assassins από τους Templars, με την εκ βάθρων διαφορετική φιλοσοφία τους για τον κόσμο και την ανθρωπότητα, μολονότι το παιχνίδι έχει συγκριτικά τη μικρότερη σύνδεση από κάθε άλλο με τις δύο αυτές φατρίες. Για πρώτη φορά υπάρχουν δύο πρωταγωνιστές, κι αυτή είναι μια αξιοσημείωτη αλλαγή καθώς στο παρελθόν είχαμε μόνο… σπαράγματα αποστολών με πρωταγωνιστές τους Altair και Desmond εντός της τριλογίας του Ezio. Αντιθέτως, αυτή τη φορά το παιχνίδι ξεκινά με τον Haytham Kenway ο οποίος ταξιδεύει μέσω του Ατλαντικού από την Αγγλία προς την Αμερική θέλοντας να ανακαλύψει την πύλη που ανοίγει ένα μενταγιόν με ιερογλυφικά σχέδια, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του με τον… γνωστό τρόπο.

Αργότερα ο gamer αναλαμβάνει -από την παιδική ηλικία μέχρι την πλήρη ενηλικίωσή του- τον έλεγχο του Ratonhnhaké:ton, ή απλά Connor, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον γιο του Kenway, με ινδιάνικο αίμα να ρέει στις φλέβες του. Αυτός είναι και ο βασικότερος πρωταγωνιστής. Οι ανατροπές είναι πολλές, αλλά θα αποφύγω συνειδητά να επεκταθώ περισσότερο στο σενάριο πέραν της αναφοράς στην παρουσία -για μία ακόμη φορά σε παιχνίδι της σειράς- ουκ ολίγων ιστορικών προσώπων της Αμερικανικής Επανάστασης και όχι μόνο, όπως του Benjamin Franklin, του George Washington και πολλών ακόμη οι οποίοι διαδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο στα γεγονότα του πολέμου. Έναν πόλεμο τον οποίο το Assassin’s Creed III δίνει τη δυνατότητα να ζήσουμε εκ των έσω λαμβάνοντας μέρος σε ιστορικές, πολύ μεγάλες μάχες που δόθηκαν, πάντοτε φυσικά στα πλαίσια του ειδικού ρόλου του πρωταγωνιστή. Βεβαίως, σε όλα αυτά ο Desmond δεν είναι απλός παρατηρητής, τουναντίον, για μία ακόμη φορά καλείται να δώσει τη δική του μάχη στο σήμερα απέναντι -κυριολεκτικά- σε… θεούς και Templars.

Από εκεί και πέρα, θέλω να σταθώ στην έκταση του κόσμου του παιχνιδιού, η οποία για πρώτη φορά μπορεί να χαρακτηριστεί πλέον «αχανής», καθώς απαιτούνται πάρα πολλές ώρες για να εξερευνηθούν οι τεράστιες περιοχές. Από τη Βοστώνη και τη Νέα Υόρκη έως τις παραμεθόριες και την ύπαιθρο, οι εκτάσεις του Νέου Κόσμου ανοίγονται σε όλο τους το μεγαλείο αποτελούμενες από υπέροχα τοπία με πολύ έντονα χρώματα, κάθε είδους μορφολογία εδάφους και κλιματική συνθήκη. Κοινώς, ποτάμια, λίμνες, θάλασσες, κάμποι, βουνά, λαγκάδια, δάση, με χιόνι, βροχή ή έναν λαμπερό ήλιο, όλα προσεκτικά τοποθετημένα -και κάθε άλλο παρά ατάκτως ερριμμένα- συναποτελούν έναν πανέμορφο κόσμο, με γραφικά καλύτερα από κάθε άλλη φορά.

Ως προς το gameplay, θα μπορούσε κάποιος λίγο βιαστικά να πει ότι παρέμεινε το ίδιο, ωστόσο δε θα συμφωνήσω. Ο χειρισμός έχει απλουστευθεί και το button του high profile δεν έχει τόσο καθοριστικό ρόλο (μέχρι πρότινος σχεδόν για κάθε ενέργεια (τρέξιμο, επίθεση, άμυνα κ.λπ.) απαιτούνταν δύο κουμπιά). Πλέον ο Connor μπορεί να σκαρφαλώνει σε δέντρα και να πηγαίνει από κλαδί σε κλαδί, μπορεί να κυνηγήσει και να πουλήσει το κρέας και το δέρμα για να αγοράσει στη συνέχεια όπλα ή άλλα αντικείμενα, ενώ έχουν αυξηθεί οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να σκοτώσει τους εχθρούς του, είτε με το tomahawk, με τσεκούρι, την πιστόλα του ή ένα τουφέκι (εννοούνται η hidden blade και το σπαθί), και φυσικά με ένα σωρό άλλους τρόπους και… μεθόδους. Το splatter στοιχείο είναι εντονότατο πλέον, καθώς ο τρόπος με τον οποίο εκτοξεύεται το αίμα είναι πολύ εντυπωσιακός, οι θανατηφόρες λαβές έχουν βελτιωθεί και εμπλουτιστεί και, γενικότερα, η βία είναι πιο έντονη από ποτέ. Αξίζει να σημειωθεί επίσης η πολύ σημαντική βελτίωση στα physics των χαρακτήρων και ιδίως του πρωταγωνιστή, είτε αυτή αφορά το τρέξιμο (όπου σε ένα ανεπαίσθητο ζιγκ ζαγκ θα «σπάσει» σχεδόν μόνο το γόνατο και δε θα στρίψει ολόκληρο το σώμα), το γλίστρημα σε μια κατηφόρα ή οποιαδήποτε άλλη στάση του σώματος.

Από διαθέσιμα side quests άλλο τίποτα, με νέες δυνατότητες crafting αντικειμένων και άλλα πολλά καλούδια που μπορεί να ανακαλύψει ο καθένας, ενώ άφησα το πιο εντυπωσιακό στοιχείο, κατά την ταπεινή μου άποψη, για το τέλος. Η προσθήκη των ναυμαχιών είναι πραγματικά κάτι ανεπανάληπτο. Η αίσθηση του να κυβερνάς μια φρεγάτα και να πρέπει να την κουμαντάρεις αποφεύγοντας σκοπέλους με κόντρα άνεμο και, κυρίως, η αναμέτρηση με πολλαπλάσια εχθρικά καράβια τα οποία καλείσαι να βυθίσεις με την ακρίβεια που σου προσφέρουν τα κανόνια σου, είναι το κάτι άλλο. Εκπληκτικός στο σημείο αυτό και ο ήχος από το καράβι που τρίζει καθώς σκίζει τα κύματα ή κάνει μια δύσκολη μανούβρα, και φυσικά από τις εκρήξεις των κανονιών που σε μετατρέπουν προσωρινά σε κυβερνήτη του «Black Pearl» ως άλλον Jack Sparrow! Ο έλεγχος του πλοίου δε θα μπορούσε να είναι πιο απλός, καθώς τα πάντα εξαρτώνται από το πόσο λύνεις τα πανιά, αν τα έχεις τελείως μαζεμένα, κατά το ήμισυ ή τελείως ανοιχτά. Κι όλα αυτά γίνονται με δύο κουμπιά, το Α και το Β ή το Χ και το Ο, αντίστοιχα, ενώ εξίσου απλή είναι και η χρήση των κανονιών.

Κλείνοντας, κι ενώ θα μπορούσα να συνεχίσω το παραλήρημα (οριακά βελτιωμένο το AI, ιδίως όταν έχεις να αντιμετωπίσεις πολλούς εχθρούς ταυτόχρονα και δέχεσαι επίθεση από πολλές μεριές, εξαιρετικά τα κινηματογραφικά cutscenes – O.K., σταματώ), θα έλεγα ότι η ιστορία του παιχνιδιού μπορεί κάποιους να καλύψει και άλλους όχι τόσο, ιδίως σε κομβικά σημεία της στο τότε και το σήμερα. Δεν υπάρχει σταθερό κριτήριο σε κάτι τέτοιο. Ανεξαρτήτως αυτού, οι αλλαγές και οι προσθήκες στο gameplay, το καινούριο concept, ο Νέος Κόσμος (κυριολεκτικά και μεταφορικά) και ο γενικότερος άνεμος ανανέωσης, που εμπεριέχει και μια δόση ρίσκου στον βασικό παράγοντα της συνολικής εμπειρίας της σειράς έως το σημείο αυτό, δύσκολα μπορούν να αφήσουν ασυγκίνητο όποιον θελήσει να δώσει μια ευκαιρία στο Assassin’s Creed III. Πιστεύω ότι η Ubisoft κέρδισε το «στοίχημα» το 2012 και προσέφερε έναν τίτλο ο οποίος πήγε τη σειρά ένα μεγάλο βήμα παραπέρα.

Continue reading
Recent Comments
TheRedWood
Το AC III άλλαξε αρκετά το franchise(προς το καλύτερο, σε αντίθεση με το Unity) και έπειτα ήρθε, το προσωπικό αγαπημένο μου, Blac... Read More
Wednesday, 02 September 2015 18:19
snowviliers
Ένας απίστευτος τίτλος σε ένα θρυλικό franchise.Thumps Up Ubisoft!!!Καταπληκτικό άρθρο![b[/b]... Read More
Monday, 07 September 2015 14:23
Professor_Severus_Snape
Thanks, Άγγελε! Πιστεύω ότι το Assassin's Creed III έδωσε τον αέρα ανανέωσης (όχι τόσο στους μηχανισμούς του gameplay) που χρειαζό... Read More
Wednesday, 25 November 2015 08:32
  993 Hits
  3 Comments

Revelations… στο όνομα της επιβίωσης του Desmond

Revelations… στο όνομα της επιβίωσης του Desmond

Είναι πολλά τα παραδείγματα σύμφωνα με τα οποία τα sequels μιας σειράς, είτε παιχνιδιών είτε ταινιών, είναι κατώτερα του πρώτου κεφαλαίου της. Αυτό ως ένα βαθμό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι η πρωταρχική δημιουργία είναι συνήθως και η πλέον εμπνευσμένη με αποτέλεσμα οι συνέχειες να μην καταφέρνουν να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και σε βάθος χρόνου να προκύπτει το σχετικό «ξεχείλωμα». Υπάρχουν όμως και πολλές εξαιρέσεις και η σειρά Assassin’s Creed ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία, τουλάχιστον όσον αφορά τα πρώτα τέσσερα games (ενδεχομένως και εν συνεχεία, αλλά γι’ αυτό δεν έχω ιδίαν άποψη).

Το Revelations κυκλοφόρησε στα τέλη του 2011 ολοκληρώνοντας με επιτυχία μια τριλογία (Assassin’s Creed II, Brotherhood) η οποία εκτυλίσσεται στα τέλη του 15ου – αρχές 16ου αιώνα με έμφαση στην αναγεννησιακή Ιταλία, ακολουθώντας τη ζωή του Assassin, Ezio Auditore, σε ένα βάθος χρόνου σχεδόν σαράντα ετών! Είναι ο ιδανικός επίλογος σε μια πολύ δυνατή ιστορία, κενά της οποίας φρόντισε πολύ έξυπνα να καλύψει αυτή η κυκλοφορία συμπληρώνοντας άψογα την εμπειρία για όλους τους fans του άκρως επιτυχημένου franchise. Παραλειπόμενα τα οποία εκτείνονται έως το πρώτο Assassin’s Creed και δίνουν απαντήσεις σε σημαντικά ερωτήματα που ξεκινούν από τον Altair φτάνοντας ως τη σύγχρονη εποχή. Γενικότερα, το σενάριο αποτελεί για μία ακόμη φορά, εν προκειμένω στο Revelations, το δυνατότερο στοιχείο της σειράς καθώς το εντυπωσιακό -ομολογουμένως- gameplay είναι ως ένα βαθμό επαναλαμβανόμενο από game σε game, πέραν των όποιων διαφοροποιήσεων.

Η ιστορία, βεβαίως, συνεχίζεται από το σημείο που σταμάτησε στο Brotherhood, με τον Desmond Miles να έχει πέσει σε κώμα και να καλείται να ανασυντάξει το μυαλό του, το οποίο έχει γίνει σμπαράλια εξαιτίας του Animus, ανασυγκροτώντας τις αναμνήσεις του, ξεχωρίζοντας τις δικές του από του Ezio και του Altair και ζώντας τούτη τη φορά όσες παρέλειψε μέχρι εκείνο το σημείο. Αυτές είναι που συγκροτούν και το story του Revelations. Κι ενώ στην αρχή μου φάνηκαν λίγο σκόρπιες μεταξύ τους, γρήγορα το puzzle άρχισε να δένει άψογα και όλα να ξεκαθαρίζουν ανανεώνοντας το ενδιαφέρον μου για τον κόσμο του Assassin’s Creed. Αξίζουν συγχαρητήρια στους εμπνευστές της σειράς και δη τους σεναριογράφους, οι οποίοι εξακολούθησαν με αμείωτη έμπνευση διατηρώντας τα πολύ υψηλά στάνταρ του τομέα τους.

Αυτή τη φορά το παιχνίδι φέρνει στο ξεκίνημα τον Ezio στο πάλαι ποτέ ισχυρό οχυρό των Assassins στη Masyaf, εκεί όπου -300 χρόνια πριν- ο Altair έμελλε να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο όχι μόνο εντός του Τάγματος, αλλά εμμέσως και παγκοσμίως. Μια κρυφή βιβλιοθήκη με μυστικά ανυπολόγιστης αξίας και δύναμης, που τα διεκδικούν πολλοί, οδηγούν τον ώριμο, πλέον, Φλωρεντίνο στην τουρκοκρατούμενη Κωνσταντινούπολη προς αναζήτηση των κλειδιών που θα του επιτρέψουν να ανοίξει την αδιαπέραστη πύλη. Δε θα υπεισέλθω σε περισσότερα στοιχεία για την υπόθεση, πολλοί άλλωστε ήδη γνωρίζουν σχετικά, το μόνο που θα πω ότι περισσότερο απ’ όλα τα σημεία μου άρεσαν τα flashbacks που αφορούν τον Altair και αποκαλύπτουν άγνωστες πτυχές της ιστορίας.

Δεν χαρακτήρισα τυχαία το Revelations ως επίλογο της τριλογίας καθώς, πέραν της ουσίας της υπόθεσης, η διάρκειά του είναι σχετικά μικρότερη από του Brotherhood (λίγο πάνω από δέκα ώρες έναντι των 13+ του προκατόχου του) και πολύ μικρότερη από του Assassin’s Creed II που ήταν οριακά κάτω από 20. Φυσικά, για μία ακόμη φορά υπάρχουν αμέτρητα πράγματα να κάνει κάποιος περιδιαβαίνοντας τη Νέα Ρώμη απ’ άκρη σ’ άκρη, συναντώντας πολλές γνωστές επιλογές από τα προηγούμενα παιχνίδια της σειράς, αλλά και νέες, όπως η υπεράσπιση περιοχών τις οποίες οι εχθροί θα επιχειρήσουν να ανακαταλάβουν μετά από ήττα τους. Το σύστημα μάχης είναι επί της ουσίας ίδιο, έχουν προστεθεί βόμβες -που απλοποιούν τα πράγματα- και η σχετική δυνατότητα για craft, ενώ κάποιες μικρές διαφοροποιήσεις υπάρχουν στον τρόπο επιλογής όπλου, όπου και πάλι όμως η πρόσβαση γίνεται με ένα κουμπί.

Αυτό που μου άρεσε ήταν η προσθήκη του hookblade, το οποίο χρησιμεύει για να διανύεις μεγάλες αποστάσεις κρεμάμενος από ένα σχοινί πάνω από τις σκεπές των κτιρίων, ή για να αρπάζεσαι την τελευταία στιγμή από κάποιο παράθυρο ή εσοχή τοίχου πριν το άλμα σου αποβεί μοιραίο. Επιπλέον, είναι έξυπνη η δυνατότητα να σπριντάρεις προς έναν εχθρό και με ένα κουμπί να ρολάρεις επάνω στο σώμα του με το γάντζο αποφεύγοντάς τον και συνεχίζοντας να τρέχεις. Διαπίστωσα ότι υπάρχουν ακόμη περισσότερες κινήσεις για να σκοτώσεις έναν εχθρό με το σπαθί σου, ανάλογα με τη στάση του σώματος του καθενός, και ακόμη εντυπωσιακότερα finishing moves, αρκετά εκ των οποίων και σε αργή κίνηση, σε περίπτωση που είχε απομείνει μόνο ένας αντίπαλος.

Στα θετικά για μία ακόμη φορά η ύπαρξη πολλών ιστορικών κτισμάτων, όπως ο επιβλητικός ναός της Αγίας Σοφίας, το Τοπ Καπί κ.ά., ενώ είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και πλάκα να ακούς ελληνικές ατάκες από εχθρούς ( π.χ. Σκατά! Βλάκα! Τον πετύχαμε!), αλλά και ολόκληρες προτάσεις από εμπόρους οι οποίοι πωλούσαν την πραμάτεια τους. Και όλα αυτά υπό τη συνεχή εποπτεία των Γενίτσαρων και των λοιπών φρουρών σε όλη την τεράστια έκταση της Πόλης. Σε γενικές γραμμές, πιστεύω ότι το Revelations κατάφερε, παρά τη μικρότερη διάρκειά του, να σταθεί επάξια δίπλα στο Brotherhood, ενδεχομένως και ξεπερνώντας το οριακά. Φρονώ ακράδαντα ότι η σειρά, τουλάχιστον μέχρι αυτό το σημείο, τηρούσε σταθερά ανοδική πορεία και επιφυλάσσομαι για τη συνέχεια…

Continue reading
Recent Comments
tonyler
Βλεπω τα εχεις παρει σβαρνα τα assassin's creed αυτο το μηνα.Πολυ ωραιο blog!
Monday, 24 August 2015 00:25
Professor_Severus_Snape
Να 'σαι καλά, είχα παίξει το πρώτο παιχνίδι πριν από κάποιους μήνες και τώρα, όντως, τα έπιασα με τη σειρά. Άλλωστε παραείναι εύκο... Read More
Monday, 24 August 2015 02:03
  780 Hits
  2 Comments

Αδελφότητα Δολοφόνων

Αδελφότητα Δολοφόνων

Είθισται ιδίως τα αξιόλογα open world games να προσεγγίζουν μια πλατιά μάζα gamers ανά τον κόσμο. Οι απεριόριστες δυνατότητες περιήγησης στο περιβάλλον τους και αλληλεπίδρασης μ’ αυτό εξιτάρουν, έτι περισσότερο όταν συνοδεύονται από αμέτρητα πράγματα για να κάνει κάποιος, είτε σε επίπεδο side quests, εκτέλεσης ειδικών challenges, ακόμη και απλής συγκέντρωσης αντικειμένων. Η σειρά Assassin’s Creed ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία παιχνιδιών, τα οποία πέραν της κεντρικής ιστορίας του παιχνιδιού δύνανται να κρατήσουν τον παίκτη πολλαπλάσιες ώρες, αν έχει το χρόνο και είναι αποφασισμένος να μην αφήσει γωνία ανεξερεύνητη.

Προσωπικά δεν ανήκω μεταξύ αυτών των gamers, καθώς μετά το πέρας του main story προτιμώ να ασχοληθώ με κάτι άλλο -με εξαίρεση πιθανές αποστολές που σχετίζονται μ’ αυτό- στην προσπάθειά μου να παίξω όσα περισσότερα games εξ όσων με ενδιαφέρουν. Το τελευταίο χρόνο ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη σειρά Assassin’s Creed και από το δεύτερο παιχνίδι μπορώ να πω ότι η ιστορία με συνεπήρε ολοκληρωτικά. Το Brotherhood ήταν αυτό που ακολούθησε συνεχίζοντας με πρωταγωνιστή τον Ezio Auditore, στην αναγεννησιακή Ιταλία αμέσως μετά τα γεγονότα του προκατόχου του, και με αναβαθμισμένο το ρόλο του Desmond Miles. Ο τελευταίος, όντας στη σύγχρονη εποχή, καλείται να ακολουθήσει στην κυριολεξία πλέον τα βήματα του προγόνου του, και όχι μόνο μέσω του Animus, επιλύοντας γρίφους που θα του δώσουν περισσότερες απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν τα πανίσχυρα Pieces of Eden και την αιώνια μάχη μεταξύ Assassins και Knights Templar.

Η ιστορία -βασισμένη στις νουβέλες του Oliver Bowden- εκτυλίσσεται ομαλότατα και ομολογώ ότι με κράτησε σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό από το Assassin’s Creed II. Παρά το γεγονός ότι το Brotherhood είναι περίπου κατά 25% μικρότερο σε διάρκεια, εντούτοις η δράση είναι πολύ πιο έντονη και καταιγιστική, καθώς μετά τα γεγονότα του δεύτερου παιχνιδιού η σύγκρουση μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων παρατάξεων λαμβάνει χαρακτηριστικά ανοιχτού πολέμου, ο οποίος εντείνεται όσο το story εκτυλίσσεται. Βεβαίως το ενδιαφέρον αυξάνεται ακόμη περισσότερο όταν μιλάμε για ιστορικά πρόσωπα τα οποία πρωταγωνιστούν στο παιχνίδι, όπως οι Niccolo Machiavelli, Leonardo da Vinci, Caterina Sforza και φυσικά η οικογένεια Borgia, Rodrigo, Cezare και Lucrezia. Ίντριγκες, συνωμοσίες, δολοπλοκίες, δολοφονίες, όλα ξεδιπλώνονται με τρόπο υποδειγματικό και συνεκτικό.

Ένα στοιχείο το οποίο με είχε προβληματίσει ιδιαίτερα στο Assassin’s Creed II ήταν ο ανύπαρκτος βαθμός πρόκλησης. Αυτή τη φορά το A.I. κυμαίνεται σε οριακά καλύτερα επίπεδα –και πάλι όμως σαφώς ανεπαρκή, καθώς οι εχθροί έστω και με καθυστέρηση κάνουν επιθετική κίνηση, ενώ το παιχνίδι ευνοεί σε μεγαλύτερο ποσοστό τα «execute hits» μετά από μια κίνηση αποφυγής, όπως συνέβαινε και στο πρώτο. Για πρώτη φορά ο Ezio έχει τη δυνατότητα να σκοτώνει μόνο με τα χέρια του πραγματοποιώντας λαβές που θα ζήλευαν ακόμη και πρωταθλητές του wrestling. Ήταν απίστευτη η στιγμή όταν από λάθος επιλογή ξέμεινα χωρίς όπλο, κι εκεί στο 1500+ ο Ezio έδωσε πισώπλατη γροθιά στη μέση ενός φρουρού, τον γράπωσε από το κεφάλι και του έσπασε τον τράχηλο προς τα πίσω! Σε άλλη περίπτωση, με κλωτσιά αρχικά, κι ενώ ο εχθρός είχε βρεθεί με το κεφάλι σκυμμένο προς τα κάτω, ο Ασασίνος μας έβαλε το ενσωματωμένο του περίστροφο επάνω στο κρανίο του και τον έστειλε εν τόπω χλοερώ! Ενδεικτικές στιγμές που μου έμειναν από το gameplay.

Το τρίτο game της σειράς εκτυλίσσεται σχεδόν αποκλειστικά στη Ρώμη, σε αντίθεση με τις Βενετία, Ρωμανία/Φόρλι και Φλωρεντία του δευτέρου παιχνιδιού, ενώ για μία ακόμη φορά βλέπουμε το Monterigioni όπου βρίσκεται η Villa του θείου του Ezio, Mario. Οι μηχανισμοί του gameplay έμειναν σχεδόν ίδιοι, με κάποιες μικρές προσθήκες, ενώ με ικανοποίησαν σαφώς περισσότερο τα βελτιωμένα physics των αλόγων και η προοπτική πιο εντυπωσιακών ιππομαχιών. Χρήσιμη επίσης ήταν βεβαίως η δυνατότητα μετακίνησης με άλογο εντός της πόλης λόγω των τεράστιων αποστάσεων, καθώς η Ρώμη φάνταζε σε μέγεθος όσο οι τρεις προαναφερθείσες πόλεις μαζί. Πολύ εντυπωσιακή, αναμφίβολα, η ύπαρξη του επιβλητικού Κολοσσαίου και άλλων ιστορικών κτισμάτων όπως του Castel Sant'Angelo εντός των ορίων του Βατικανού, κάτι που προσδίδει πολύ σημαντικούς πόντους πιστότητας στην αναπαράσταση των πόλεων στη κορυφαία σειρά της Ubisoft.

Αναπτύσσοντας τις εντυπώσεις μου από το Assassin’s Creed II ανέφερα ότι πρόκειται για μια σειρά παιχνιδιών και βιβλίων με την οποία αξίζει να ασχοληθεί κάποιος από την αρχή ως το τέλος. Μπορεί ορισμένους να μην τους συγκινεί η ιστορία που πραγματεύονται τα πρώτα τρία games της συλλογής. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το φινάλε του Brotherhood είναι ένα πολύ κακό σημείο για να αποφασίσει κάποιος ότι δεν ενδιαφέρεται να μάθει τι συμβαίνει στη συνέχεια…

Continue reading
  934 Hits
  0 Comments

Mea... Tulpa!

Mea... Tulpa!

Από μια ευτυχή συγκυρία της τύχης κι έναν… καλό συγχρονισμό, την προηγούμενη εβδομάδα «τσίμπησα» από το Gameworld -κι ευχαριστώ- κωδικό για ένα παιχνίδι ελληνικής παραγωγής, το οποίο κατάφερε να με κερδίσει από την πρώτη στιγμή, ακόμη κι αν αυτή αποδείχθηκε σχεδόν και… τελευταία. Ο λόγος για το Tulpa, ένα πολύ ενδιαφέρον indie 2D puzzle platform που κυκλοφόρησε φέτος τον Ιανουάριο αποδεικνύοντας ότι αν υπάρχει μεράκι και έμπνευση μπορείς να δημιουργήσεις ένα παιχνίδι που θα είναι συγκροτημένο και κάτι πολύ περισσότερο από αξιοπρεπές, ακόμη κι αν έχει τεχνικό τομέα ο οποίος δε θα εντυπωσιάζει. Άλλωστε, έχει αποδειχθεί διαχρονικά στο χώρο των games ότι δεν είναι τα γραφικά που θα κάνουν τον παίκτη να λιώσει επί δεκάδες ώρες πάνω από μια οθόνη. Μερικά από τα εθιστικότερα παιχνίδια όλων των εποχών κυκλοφόρησαν πριν από μερικές δεκαετίες και βασίζονταν στο ακαταμάχητο gameplay τους.

Το Tulpa ανήκει σε έναν ευρύτερο χώρο ο οποίος γνωρίζει πολύ μεγάλη άνθηση στις μέρες μας, αυτόν των indie games, με ό,τι θετικό ή αρνητικό συνεπάγεται τούτο, όπως την περιορισμένη διαφήμιση και το γεγονός ότι μπορεί πολύ εύκολα μια καλή προσπάθεια να «πνιγεί» στον κυκεώνα αμέτρητων άλλων κατώτερων ή και ανεπαρκών. Πρόκειται για ένα παιχνίδι που καταφέρνει να ξεχωρίσει για την ευρηματικότητα των γρίφων του, οι οποίοι έχουν σταδιακά αυξανόμενο βαθμό δυσκολίας και είναι ικανοί σε ορισμένα σημεία να αποτελέσουν πραγματική σπαζοκεφαλιά, ακόμη κι αν όταν τους επιλύσεις σκέφτεσαι «μα, φυσικά, πώς δεν το σκέφτηκα τόση ώρα»! Τα σχεδιασμένα στο χέρι ψυχεδελικά γραφικά ελκύουν σε κάθε περίπτωση παρά την απλότητά τους, τόσο σε πρώτο πλάνο όσο και στο background, ενώ τα απόκοσμα ηχητικά εφέ βοηθούν και συνδιαμορφώνουν σε μέγιστο βαθμό την ατμόσφαιρα του παιχνιδιού.

Συνολικά, στις δύο αυτές κατηγορίες, το Tulpa δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από άλλες αντίστοιχες δημιουργίες, σ’ αυτό το σύντομο ταξίδι της μικρής Ophelia και του ιπτάμενου φίλου της, Oliver, που αποτελεί το Tulpa της. Τι σημαίνει η λέξη, έμαθα διαβάζοντας το review του site: «Στον θιβετιανό Βουδισμό το «tulpa» είναι ένα μαγικό πλάσμα που δημιουργείται από την δύναμη της σκέψης ενός ανθρώπου με ισχυρή πνευματική δύναμη». Ο Oliver είναι ο χαρακτήρας που θα βοηθήσει τη μικρή, κατά βάση μετακινώντας αντικείμενα εξ αποστάσεως, ούτως ώστε να μπορέσουν να προχωρήσουν μαζί και μόνο. Κι αυτό γιατί σε διαφορετική περίπτωση η καρδιά της Ophelia αρχίζει να χτυπά δυνατά κι αν απομακρυνθούν αρκετά ο ένας από τον άλλο τότε διαλύονται σε χίλια κομμάτια γυαλιού.

Το παιχνίδι χωρίζεται σε μόλις τέσσερα πολύ μικρά κεφάλαια, που λαμβάνουν χώρα σε επίπεδα με μπλε, πράσινο, μωβ και κόκκινο φόντο. Η διάρκειά του ανέρχεται μόλις στις δύο ώρες περίπου στο πρώτο playthrough (στο δεύτερο χρειάζεται… ένα μισάωρο), κι αυτό είναι το πλέον αρνητικό στοιχείο του, καθώς τη στιγμή που περιμένεις και θέλεις να μπεις ακόμη πιο βαθιά στον κόσμο του Tulpa λύνοντας γρίφους σε ακόμη περισσότερα επίπεδα, το παιχνίδι ολοκληρώνεται το ίδιο ξαφνικά που ξεκίνησε. Σεναριακό υπόβαθρο δεν υπάρχει πέραν αυτής καθαυτής της φιλοσοφικό-θρησκευτικής(;) ορολογίας του τίτλου, παρά ταύτα το game είναι από μόνο του πολύ ενδιαφέρον. Προσωπικά θα ήθελα να είναι πέντε φορές μεγαλύτερο για να το πω χορταστικό (αυτό ακούστηκε κάπως;) αν και από τα συμφραζόμενα στα σχόλια του review αλλά και του forum topic αντιλαμβάνομαι ότι ήταν ένας κατ’ αρχήν πειραματισμός και πιστεύω τελικά απολύτως επιτυχημένος. Η περιορισμένη διάρκεια του Tulpa είναι ο βασικότερος λόγος για τους «πόντους» που του κόβει από τη συνολική βαθμολογία του, η οποία σε διαφορετική περίπτωση θα εκτοξευόταν. Κοινώς, ήταν πολύ καλό για να είναι τόσο μικρό.

Παραμένει, ωστόσο, ελπιδοφόρο για τη συνέχεια το γεγονός ότι Έλληνες developers δημιούργησαν αυτό το μικρό «διαμαντάκι» στο ξεκίνημά τους έχοντας, εικάζω, λιγοστά εφόδια στη διάθεσή τους. Το Tulpa είναι ένα παιχνίδι το οποίο αξίζει να παίξει κάποιος όχι γιατί το έφτιαξαν «δικοί μας», αλλά γιατί είναι μια πολύ καλή δημιουργία η οποία θα αποτελέσει ένα -ευχάριστο όσο και απαιτητικό για το μυαλό- διάλειμμα από άλλα games που θα παίξετε.

Continue reading
  909 Hits
  0 Comments

Όταν η μάχη Assassins VS Templars γίνεται προσωπική υπόθεση

Όταν η μάχη Assassins VS Templars γίνεται προσωπική υπόθεση

Η σειρά Assassin’s Creed αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα παιχνιδιών που σε ωθούν να κάνεις μια… στροφή στη λογοτεχνία και σίγουρα να στρέψεις την προσοχή σου στην πηγή της ιδέας που οδήγησε σ’ αυτό που εσύ απόλαυσες επί δεκάδες ώρες στην οθόνη σου. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξα οριστικά από τη στιγμή που ασχολήθηκα με το Assassin’s Creed II, το οποίο πετυχαίνει να εισάγει τον παίκτη για τα καλά στην αναγεννησιακή Ιταλία και την συνωμοσία η οποία εξυφαίνεται ήδη από το 12ο αιώνα παίρνοντας πλέον παγκόσμιες διαστάσεις. Κάπως έτσι τα βιβλία του Oliver Bowden, κατά κόσμον Anton Gill, έχουν μπει ήδη στην κορυφή της λίστας προτεραιότητας για τον γράφοντα, ούτως ώστε να εισδύσω σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό σ’ αυτή τη διαμάχη αιώνων μεταξύ των Assassins, που κάθε άλλο παρά κοινοί δολοφόνοι είναι, και των Knights Templar, που διά των μέσων που διαθέτουν σε κάθε εποχή προσπαθούν να κυριαρχήσουν στον πλανήτη.

Η πλοκή του δεύτερου παιχνιδιού της σειράς, που αντιστοιχεί στο πρώτο βιβλίο, ξεδιπλώνεται ιδανικά στη διάρκεια των κάτι λιγότερο από 20 ωρών που αυτό διαρκεί. Μολονότι δε μπορώ ακόμη να προχωρήσω σε  σύγκριση με τη δημιουργία του συγγραφέως, μιλάμε αναμφίβολα για μια πολύ σφιχτοδεμένη παρουσίαση, η οποία βυθίζει τον gamer ολοένα και περισσότερο στα άδυτα της μάχης μεταξύ των δύο πλευρών και των αποκρυφιστικών πανίσχυρων δυνάμεων που διακυβεύονται, με αμοιβαίες απώλειες. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο τελευταίο τέταρτο του 15ου αιώνα (1476-1499) και η εμφάνιση του πρωταγωνιστή, Ezio Auditore, αλλάζει με τον καιρό. Η πορεία του μπορεί να ξεκινά ως μια πράξη εκδίκησης για το χαμό των αγαπημένων του, αλλά δε θα αργήσει να αντιληφθεί ότι η μοίρα του επιφυλάσσει από την πρώτη στιγμή της γέννησής του την εμπλοκή σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Ο συνδυασμός φανταστικών και ιστορικών χαρακτήρων και γεγονότων είναι αυτός που κάνει τη διαφορά στο Assassin’s Creed και η εξέλιξη της υπόθεσης μετά τα συμβάντα του πρώτου παιχνιδιού, με πρωταγωνιστή τον Altair και συνεκτικό -πάντοτε ουσιαστικό- σύνδεσμο τον Desmond Miles, «δένουν» αρμονικά μεταξύ τους χωρίς να δημιουργούν ερωτηματικά, παρά μόνο για τη συνέχεια.

Τα γραφικά του παιχνιδιού παρουσιάζουν μικρές βελτιώσεις σε σχέση με τον προκάτοχό του, ενώ από πλευράς τεχνικού τομέα ξεχωρίζει για μια ακόμη φορά η πολύ καλή δουλειά που έχει γίνει στο voice acting, με τους ηθοποιούς που δανείζουν τις φωνές τους να ανταποκρίνονται επάξια στο ρόλο τους, άνευ εξαιρέσεως και με πρώτο τον Ezio. Στα θετικά ότι αυτή τη φορά υπάρχουν υπότιτλοι, που απουσίαζαν νωρίτερα με αποτέλεσμα παίκτες με προβλήματα ακρόασης να μη μπορούν να απολαύσουν επαρκώς το ξεκίνημα της σειράς. Πάντοτε, βεβαίως, αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι το gameplay ενός παιχνιδιού κι εκεί το Assassin’s Creed II διακρίνεται σαφώς όντας εμφανώς βελτιωμένο, και με αρκετές προσθήκες συγκριτικά με το game του 2007. Αυτή τη φορά οι πόλεις (Φλωρεντία, Τοσκάνη, Ρωμανία-Φόρλι, Βενετία) είναι πολύ μεγαλύτερες σε σχέση που με τις Δαμασκό, Άκρα και Ιερουσαλήμ, κάτι που καθιστά πρακτικώς αδύνατη τη μη χρήση του mini-map.

Επιπροσθέτως, το πολύ μεγαλύτερο βάθος του παιχνιδιού, με τις αμέτρητες προαιρετικές αποστολές (συμβόλαια θανάτου, αγώνες δρόμου, μεταβιβάσεις γραμμάτων, ανακαλύψεις σημαντικών αντικειμένων-θησαυρών με τα ανάλογα puzzles κ.ά.) προσθέτει και προσφέρει ουκ ολίγες επιπλέον ώρες σε όποιον θελήσει να «ξεκοκαλίσει» τους διαθέσιμους χάρτες. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των Assassin’s Creed games, βεβαίως, δεν είναι άλλο από το parkour και το II δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Κάθε επιφάνεια στον κόσμο του παιχνιδιού ενδείκνυται προς αναρρίχηση και ισορροπία για τον Ezio Auditore, ο οποίος παραδίδει μαθήματα ακροβασίας από ταράτσες και σκεπές μέχρι σε δοκάρια πάνω από επικίνδυνα χάσματα. Αυτή τη φορά υπάρχει η δυνατότητα κολύμβησης, συλλογής πλήθους αντικειμένων, αγοράς όπλων, πανοπλιών, εμφανίσεων, φαρμάκων, ενώ με ένα απλό πάτημα του κουμπιού καθίσταται άμεση και απολύτως εύχρηστη η εναλλαγή μεταξύ των όπλων την ώρα της μάχης, η οποία «παγώνει» προς στιγμή.

Άφησα τελευταίο το βασικότερο αρνητικό στοιχείο του παιχνιδιού, αυτό που με προβλημάτισε έντονα και ίσως «ξενέρωσε» ως ένα βαθμό. Το Assassin’s Creed II είναι… παιδικό όσον αφορά το βαθμό δυσκολίας του. Μπορεί να παίξει και να το τερματίσει ακόμη κι ένα πιτσιρίκι του δημοτικού, αν παραβλέψουμε τη «γλώσσα» που χρησιμοποιείται και τη βία που υπάρχει, κι αυτό στη δική μου σκέψη κόβει αρκετούς πόντους από τη συνολική εμπειρία. Στην πράξη, βεβαίως, αποδεικνύει ότι αποφέρει πολλά εκατομμύρια εσόδων στην Ubisoft σε ετήσια βάση -αφού και για τη συνέχεια της σειράς δεν έχει υποπέσει στην αντίληψή μου κάποια αναφορά περί του εναντίου- καθώς έτσι τα Assassin’s Creed καθίστανται προσιτά στον καθένα. Πιστεύω ότι είναι κρίμα ένα τόσο ολοκληρωμένο παιχνίδι, με εξίσου καλοδομημένη ιστορία, να έχει βαθμό πρόκλησης στα όρια της ανυπαρξίας. Στο πρώτο παιχνίδι της σειράς, έστω στα τελευταία ένα-δυο κεφάλαια υπήρχε μια στοιχειωδώς αυξημένη δυσκολία, λόγω του πλήθους και της αντοχής των εχθρών. Εν προκειμένω, χάθηκε κι αυτή.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι αυτή την ιστορία αξίζει να τη ζήσει ο καθένας από την αρχή μέχρι το τέλος…

Continue reading
  1025 Hits
  0 Comments

Δεν υπάρχει... Absolution για έναν Hitman

Δεν υπάρχει... Absolution για έναν Hitman

Πιστεύω ότι υπάρχουν κάποια παιχνίδια τα οποία, αν αποφασίσεις να ασχοληθείς μαζί τους, απαιτούν εκ των προτέρων μια… ψυχολογική προετοιμασία για τον κόσμο στον οποίο πρόκειται να βυθιστείς και τους… κινδύνους που πρόκειται να αντιμετωπίσεις ταυτιζόμενος με τον πρωταγωνιστή και απορροφημένος από την ατμόσφαιρά τους. Δε θα μιλήσω για games τύπου ακραία survival/horror, όπου εκεί θεωρώ ότι αυτό ισχύει σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό. Αναφέρομαι στη σειρά Hitman, η οποία έχει μια σημαντική ιστορία 15 χρόνων, με το έκτο παιχνίδι της σειράς να βρίσκεται στα σκαριά. Τον τελευταίο χρόνο ασχολήθηκα κατά σειρά με τα Contracts, Blood Money και εσχάτως με το Absolution, που κυκλοφόρησε πριν από σχεδόν τρία χρόνια, έχοντας διαβάσει πρώτα βεβαίως τα αντίστοιχα reviews του site.

Για μία ακόμη φορά, λοιπόν, ενώ έπαιζα, είχα την αίσθηση ότι βρίσκομαι σ’ ένα μέρος που δε θα ήθελα να είμαι, αλλά φυσικά ο μόνος τρόπος για να ξεφύγω δεν ήταν να κάνω quit, απλώς να τερματίσω το παιχνίδι! Το Hitman: Absolution μπορεί να είχε κάνει έξι χρόνια να κυκλοφορήσει μετά το τελευταίο της σειράς, όμως παρά την έλλειψη σπουδαίων καινοτομιών ήταν αναμφίβολα καλύτερο των προκατόχων του. Με ανανεωμένα, σύγχρονα, αλλά όχι αψεγάδιαστα γραφικά, εξαιρετικό voice acting και πολύ καλό ήχο στο σύνολό του, τόσο όσον αφορά τους ατμοσφαιρικούς, όσο και αυτούς των όπλων, ενώ η μουσική που επενδύει το παιχνίδι προσφέρει πολλούς επιπλέον πόντους. Το gameplay κινείται στη γνωστή λογική και μετέρχεται επίσης συγκεκριμένων γνωστών μεθόδων, περιλαμβάνοντας όμως ακόμη περισσότερα costumes και όπλα, πυροβόλα και μη. Άλλωστε στα χέρια του Hitman κι ένα απλό παιδικό παιχνίδι μπορεί να μετατραπεί σε φονικό εργαλείο.

Όμως, αυτό που με κράτησε σαφώς περισσότερο ήταν το καλοδομημένο σενάριο, που εκτυλίσσεται αμέσως μετά τα γεγονότα του προκατόχου του Absolution. Αφενός γιατί έχει γίνει πολύ καλή δουλειά στην απόδοση της ιστορίας, με κινηματογραφικά -ορισμένα πολύ εντυπωσιακά- μεταβατικά cutscenes, αφετέρου γιατί ξεφεύγει από το στερεότυπο του παρελθόντος ότι κάθε αποστολή εκτυλίσσεται αποκλειστικά σε συγκεκριμένο -και σχετικά περιορισμένο- χώρο και σκοπός σε κάθε μία είναι να σκοτώσεις έναν, δύο, τρεις στόχους για να συνεχίσεις. Αυτή τη φορά η ροή της ιστορίας αποδόθηκε πολύ ομαλότερα και με σαφώς μεγαλύτερη συνοχή, ενώ ήταν και πολύ μεγαλύτερη σε διάρκεια. Τα 20 κεφάλαια του παιχνιδιού αποδεικνύουν του λόγου το αληθές, όπως και το γεγονός ότι κάποια εξ αυτών είναι απλώς μεταβατικά για την εξέλιξη της πλοκής και ως εκ τούτου κατέχουν τη δική τους ξεχωριστή θέση στην υπόθεση. Τα περισσότερα κεφάλαια χωρίζονται σε υποκεφάλαια που κυμαίνονται από δύο έως επτά(!), ενώ σε κάποια εξ αυτών δε χρειάζεται καν να σκοτώσεις κάποιον.

Ο αυξημένος βαθμός δυσκολίας είναι ίδιον της σειράς Hitman και το Absolution δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Παίζοντας το παιχνίδι στο Purist, το ανώτερο επίπεδο, χρειάστηκε να φτύσω πολύ αίμα για να δω τους τίτλους τέλους. Ξέχασα τι σημαίνει save ή checkpoint, καθώς τα μοναδικά checkpoints ήταν η είσοδος στο εκάστοτε υποκεφάλαιο. Το μεγαλύτερο πρόβλημα στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι ότι υπάρχουν πάρα πολλοί εχθροί σε πολύ λίγα τετραγωνικά μέτρα αναλογικά, που σου αφήνουν ελάχιστα περιθώρια κινήσεων, ειδικά σε ορισμένους κλειστούς χώρους, όπου κυριολεκτικά ασφυκτιείς. Δεν ξέρω κατά πόσο επαληθεύτηκε η πρόβλεψη του σκηνοθέτη του παιχνιδιού ότι το 80% των παικτών δε θα καταφέρουν να το τερματίσουν, αλλά θεωρώ πρακτικά αδύνατο να το καταφέρεις συγκεντρώνοντας υψηλές βαθμολογίες από το πρώτο playthrough, αν δεν επιστρέψεις για να εξερευνήσεις εξονυχιστικά όλα τα «blind spots», πάντοτε φυσικά με τον κατάλληλο συγχρονισμό σε σχέση με τις κινήσεις των εχθρών, που θα σου επιτρέψουν να κινηθείς και να εκτελέσεις τους στόχους σου απαρατήρητα.

Προσωπικά σε τουλάχιστον 7-8 περιπτώσεις αναγκάστηκα να τη στήσω ισορροπώντας σε κάποια εξοχή τοίχου, σε κάποιο απόμακρο δωμάτιο ή πίσω από καλά προστατευμένο σημείο και να καθαρίσω τους πάντες ή σχεδόν τους πάντες, προκειμένου να φτάσω στο στόχο μου. Αυτό βεβαίως είχε ως αποτέλεσμα να έχω 13 Veteran βαθμολογίες στις 18 βαθμολογούμενες αποστολές, που είναι η δεύτερη χαμηλότερη μετά το Agent, και να μην έχω πάνω από δύο Shadow, που είναι η δεύτερη υψηλότερη μετά το Silent Assassin, την οποία είδα σε δύο μεμονωμένα υποκεφάλαια όπου σχεδόν… δε γινόταν αλλιώς!

Εν κατακλείδι, πιστεύω ότι το Hitman: Absolution απετέλεσε άξιο συνεχιστή των προκατόχων του, ο οποίος μάλιστα αναβάθμισε τη σειρά και διεύρυνε ως ένα βαθμό τα στενά πλαίσια του παρελθόντος, προσφέροντας μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία με μεγαλύτερη συνοχή και αυξημένη πρόκληση, υποσχόμενη να κρατήσει μέχρι τέλος τους φανατικούς της σειράς και όχι μόνο, καθώς και όσους θα θελήσουν να μαζέψουν το σύνολο των collectables που υπάρχουν σε κάθε πίστα. Το επόμενο Hitman αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 8 Δεκεμβρίου και πλέον μένει να αποδειχτεί στην πράξη τι παραπάνω έχει να προσφέρει η σειρά από όσα έχουμε δει μέχρι τώρα και κατά πόσο θα επισυμβεί η αναμενόμενη ανανέωση.

Continue reading
  843 Hits
  0 Comments

Ανακαλύπτοντας την αλήθεια: Beyond Good & Evil

Ανακαλύπτοντας την αλήθεια: Beyond Good & Evil

Ένας τίτλος ο οποίος κυκλοφόρησε στα τέλη του 2003 από τη Ubisoft, και ενδεχομένως χωρίς να δρέψει τους καρπούς που του άξιζαν, ήταν το Beyond Good & Evil. Ένα «διαμαντάκι» σε μια διετία-φωτιά για τη γαλλική εταιρία, κατά την οποία είχαν κυκλοφορήσει τίτλοι -μεταξύ αρκετών άλλων αξιόλογων- όπως το πρώτο Far Cry, τα δύο Prince of Persia, Sands of Time και Warrior Within, το Myst 4: Revelation, Rayman 3: Hoodlum Havoc, Tom Clancy's Splinter Cell: Pandora Tomorrow. Κάπως έτσι το συμπαθέστατο action-adventure περιορίστηκε στις ομολογουμένως πολύ καλές κριτικές που είχε λάβει τότε και σε μια θέση στο classics pack της εταιρίας για τον εορτασμό των 25 χρόνων από την ίδρυσή της, προ τετραετίας.

Καθώς ήταν ένα game που το θυμόμουν μεν, αλλά δεν είχε τύχει να ασχοληθώ, με «έψησε» τελικά αυτό το blog, καθώς με διακατέχει μια «retro» επιθυμία για παιχνίδια της προηγούμενης δεκαετίας, που για τον έναν ή τον άλλο λόγο δεν έπαιξα. Το Beyond Good & Evil είναι πολύ όμορφο αισθητικά, κι αυτό μπορεί να το ανακαλύψει οποιοσδήποτε ασχοληθεί μαζί του και το προχωρήσει. Με έντονα χρώματα και ωραία γραφικά για την εποχή του, αλλά ταυτόχρονα και εξαιρετικό σχεδιασμό σε κάθε section που θα κληθεί να βρεθεί η πρωταγωνίστρια, Jade, προσπαθώντας να τα βγάλει πέρα με τη βοήθεια είτε του θείου της, Pey’j, είτε του Double H.

Το σενάριο θεωρώ ότι είναι ένα από τα πολύ δυνατά χαρακτηριστικά του παιχνιδιού, καθώς είναι άψογα δομημένο τόσο ως προς την πλοκή της ιστορίας όσο και την απόδοση των χαρακτήρων μέσα σ’ αυτήν. Η υπόθεση αφορά μια ιστορία συνωμοσίας, όπως μπορείτε να διαβάσετε και στο blog που παρέθεσα, που λαμβάνει χώρα στον πλανήτη Hillys, όπου έχει επιβληθεί στρατιωτικό καθεστώς από την «Alpha Sections» η οποία υποτίθεται ότι προστατεύει τους σουρεάλ πολίτες (άλλοι είναι κανονικοί άνθρωποι, ενώ πολλοί, όπως ο Pey’j… ζωοφέρνουν!) από τους εξωγήινους «Domz» οι οποίοι ανά τακτά χρονικά διαστήματα κάνουν επιδρομές στον πλανήτη και μάλιστα απαγάγουν απλό κόσμο. Υπάρχει όμως και μια αντιστασιακή οργάνωση, η «IRIS», η οποία ισχυρίζεται ότι «there is more to that than meets the eye» και επαφίεται πλέον στην Jade, η οποία προσχωρεί σ’ αυτήν, να ανακαλύψει την αλήθεια.

Για να φτάσει εκεί, όμως, θα πρέπει να λύσει αρκετούς -σχετικά απλούς αλλά σε καμία περίπτωση βαρετούς- γρίφους, προχωρώντας στα ενδότερα της «Alpha Sections» με βασικότερά της όπλα τις stealth τακτικές και τη φωτογραφική της μηχανή για τα σχετικά πειστήρια και όχι μόνο. Παίζοντας στον υπολογιστή, ο χειρισμός αποδείχθηκε λίγο εκνευριστικός σε ορισμένα σημεία, όμως όχι ικανός να χαλάσει τη συνολική εμπειρία, διάρκειας περίπου δέκα ωρών. Στα αρνητικά ήταν ότι δεν υπήρχε voice acting σε πολλούς NPC’s, ωστόσο οι φωνητικές επιδόσεις του συνόλου των κεντρικών χαρακτήρων της ιστορίας ήταν εξαιρετικές, πέραν των Jade, Pey’j και Double H. Το clue του παιχνιδιού, πάντως, δεν είναι άλλο από τη χρήση hovercraft για τις μετακινήσεις εντός του κόσμου του, ενώ οι αγορές για τις αναβαθμίσεις του οχήματος γίνονται κατά βάση με pearls που συγκεντρώνει η Jade κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Όσον αφορά την αγορά φαγητού για αναπλήρωση ενέργειας και repair kits για το hovercraft, αυτή γίνεται με χρήματα που προστίθενται στην κάρτα της κυρίως για κάθε φωτογραφία ζώου που θα τραβήξει.

Γενικότερα, το Beyond Good & Evil είναι μια πολύ προσεγμένη και ίσως αδικημένη δημιουργία, την οποία επιβάλλεται να δοκιμάσει κάθε λάτρης games αυτού του τύπου, ακόμη και τώρα. Ο βαθμός δυσκολίας είναι σχετικά μέτριος με εξαίρεση το τελικό boss, κι αυτό υπό την προϋπόθεση ότι έχετε ξεμείνει από ενέργεια. Το sequel δεν κυκλοφόρησε ποτέ τελικά, παρά τις διάφορες φήμες που έχουν ακουστεί στο παρελθόν για την ανάπτυξή του, κι ενώ το τέλος του παιχνιδιού προδιαθέτει για μια συνέχεια. Η Ubisoft αξίζει να ασχοληθεί μ’ αυτό σοβαρά, καθώς ήταν μια συνολική προσπάθεια η οποία είχε να δώσει και δεν ήταν απλώς της σειράς.

Continue reading
Recent Comments
Guest — Ντιμίταρ Τόντοροβ
Καημένη η Jade, πόσα cheddar έφαγε ώστε να παραμείνει ζωντανή. Και ταΐζοντας το γουρούνι φίλο της, ο Paige, θα έπαθε χοληστερίνη μ... Read More
Friday, 31 July 2015 00:22
ZeroQuake
Τωρα που βγαινει και το 2ο Beyond and evil! Θα τρελαθει κοσμος! Μεσα σε αυτους ειμαι και εγω!!! ... Read More
Thursday, 06 August 2015 00:43
Professor_Severus_Snape
Η κυκλοφορία του δεύτερου μέρους έχει γίνει σίριαλ τα τελευταία χρόνια είναι η αλήθεια -ειδικά μετά το HD remake του πρώτου στις κ... Read More
Wednesday, 25 November 2015 08:52
  987 Hits
  3 Comments

Witcher: Ένας κυνηγός τεράτων

Witcher: Ένας κυνηγός τεράτων

Λένε πως «κάλλιο αργά, παρά ποτέ» και είναι αλήθεια πως όταν κυκλοφορεί ένα διαμάντι σαν το The Witcher 3: Wild Hunt, τότε έχεις έναν πολύ καλό λόγο να ξεκινήσεις τη σειρά από την αρχή, αν δεν έχεις ασχοληθεί στο παρελθόν. Ούτως ώστε να διαπιστώσεις ιδίοις όμμασι αφενός από πού ξεκίνησε ο πρωταγωνιστής και πού καταλήγει κι αφετέρου αν και κατά πόσο ισχύει αυτό που διατείνεται η συντριπτική πλειοψηφία όσων γνωρίζουν, ότι το κάθε sequel της σειράς είναι καλύτερο από το προηγούμενο, κάτι που σε ουκ ολίγες περιπτώσεις άλλων σειρών δε συμβαίνει.

Είπα κι εγώ, λοιπόν, να μπω στον κόσμο του Witcher, του Geralt of Rivia, και να περιηγηθώ στη Vizima, την πρωτεύουσα της Temeria όπου μας τοποθετεί το πρώτο παιχνίδι της σειράς. Ομολογώ ότι κατάφερε να με κερδίσει σε απόλυτο βαθμό και να με ταυτίσει με τον πρωταγωνιστή, κάτι που συνέβη βαθμιαία αλλά σχετικά γρήγορα μπροστά στη συνολική διάρκεια του παιχνιδιού, η οποία ανέρχεται στις 60 ώρες για όποιον θα θελήσει να ασχοληθεί με όλες τις προαιρετικές αποστολές και να εξαντλήσει τους διαλόγους. Είχα διαβάσει νωρίτερα ότι σ’ αυτό το game δεν υπάρχει σωστό ή λάθος. Υπάρχουν, απλώς, επιλογές και οι συνέπειές τους. Μια πολύ εύστοχη παρατήρηση και πλήρως αντιπροσωπευτική της όλης ιστορίας, καθώς ο Geralt καλείται να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του προερχόμενος από αμνησία, κάτι που θα συμβεί μόνο μέσα από την απόφαση που θα πάρει σε κάθε επόμενό του βήμα. Το σύνολο των χαρακτήρων του παιχνιδιού αλληλεπιδρούν γύρω του και η παραμικρή επιλογή έχει και τον ανάλογο αντίκτυπο. Ποιος θα ζήσει, ποιος θα πεθάνει, με ποιον θα συνεργαστεί, ποιον θα βοηθήσει, ποιον θα αφήσει στη μοίρα του, όλα εξαρτώνται από τη στάση που θα τηρήσει ο Witcher για τον οποίο πολλοί άνθρωποι, νάνοι και ξωτικά γνωρίζουν περισσότερα απ’ ότι ο ίδιος.

Η κεντρική ιστορία του παιχνιδιού φέρει τον Geralt εν πρώτοις στο άντρο των Witchers, το Kaer Morhen, που δέχεται αιφνιδιαστική επίθεση από μια εγκληματική οργάνωση, τους Salamanders, οι οποίοι με τη βοήθεια ενός mage καταφέρνουν να κλέψουν τα μυστικά που φυλάσσονται στο κάστρο. Από εκεί ο πρωταγωνιστής θα ξεκινήσει το μεγάλο ταξίδι του προκειμένου να τα ανακτήσει για λογαριασμό των ομοίων του και συγχρόνως να επαναφέρει τη μνήμη του, η οποία χάθηκε έπειτα από μια ομηρική μάχη με ένα τέρας που δεν ήταν παρά μια καταραμένη πριγκίπισσα, όπως μαθαίνουμε από το εντυπωσιακό εισαγωγικό βίντεο, πριν δούμε το κεντρικό μενού του παιχνιδιού. Το story είναι ομολογουμένως ιδιαίτερα πλούσιο και ανατρεπτικό, ενώ το ύφος του παιχνιδιού είναι η επιτομή του νοήματος του μνημειώδους ποιήματος του Καφάβη, «Ιθάκη», ότι σημασία δεν έχει μόνο ο προορισμός, αλλά πολύ περισσότερο το ίδιο το ταξίδι. Χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια συν τον πρόλογο και τον επίλογο και κάθε φορά βυθίζεσαι ολοένα και περισσότερο στην πλοκή οφείλοντας να πάρεις σταδιακά πολύ σημαντικές αποφάσεις, οι οποίες θα διαμορφώσουν ανάλογα τη συνέχεια. Μοναδική μου «ένσταση» ότι το τέταρτο κεφάλαιο ήταν μάλλον σαν παρένθεση στη βασική υπόθεση, συνδεόμενο μ’ αυτήν επί της ουσίας μόνο σε δύο σημεία. Αυτή η ελευθερία επιλογών, πάντως, έκανε το Witcher να ξεχωρίσει ιδιαίτερα από την πρώτη στιγμή κερδίζοντας ολοένα και περισσότερο κοινό.

Ο χειρισμός μπορεί να ξενίσει στο ξεκίνημα, αλλά στη συνέχεια δεν αποτελεί πρόβλημα, με το παιχνίδι να προσφέρει τη δυνατότητα για τρεις διαφορετικούς τρόπους ελέγχου του Geralt, αν και η over the shoulder κάμερα είναι μάλλον η πιο χρηστική. Η μουσική συνοδεύει άψογα κάθε στιγμή, με ύφος ανάλογο της εκάστοτε έντασης του παιχνιδιού, ξεκουράζοντας κατά τη διάρκεια των περιηγήσεων και «τσιτώνοντας» εν ώρα μάχης. Καθώς όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν παρά σπαράγματα σκέψεων και απόψεων και όχι διάθεση για αναλυτική παρουσίαση, δε θα επεκταθώ σε τεχνικές λεπτομέρειες, ούτε στις δυνατότητες αγοράς και πώλησης αντικειμένων και βιβλίων, αναβάθμισης ή προσθήκης όπλων κ.λπ.. Κι επειδή ουκ έστι Witcher χωρίς φίλτρα, ο Geralt ανάλογα με τις γνώσεις που αποκτά σταδιακά, αποκτά συγχρόνως πρόσβαση σε μια συνολικά τεράστια γκάμα επιλογών για potions και bombs που υπόσχονται να κάνουν τη ζωή του πολύ πιο εύκολη και αξίζει κάποιος να αποκτήσει πρόσβαση σ’ αυτές τις δυνατότητες.

Εν κατακλείδι, το μόνο σίγουρο είναι πως δε μετάνιωσα ούτε στιγμή για την απόφασή μου να ξεκινήσω τη σειρά από την αρχή (αυτός είναι ο cool τρόπος παραδοχής ότι το Wild Hunt είναι τουλάχιστον βαρύ για το σύστημά μου για την ώρα!) και πλέον ανυπομονώ για τη συνέχεια μετά από μια μικρή πλην απαραίτητη αποτοξίνωση…

Continue reading
Recent Comments
Aljet
Ενδιαφερον!Δεν ειχα την τυχη να το αγορασω ακομα λογω χρηματων αλλα ειχα παιξει το witcher 2 σε φιλο.Αν με το καλο το βρω σε εκπτω... Read More
Saturday, 11 July 2015 03:54
Gamelord6
Πολύ ενδιαφερον
Saturday, 11 July 2015 16:26
loupid
Πολυ ενδιαφερον ! Ειδικα τετοια παιχνιδια ειναι υπεροχα και μες την δραση!
Monday, 13 July 2015 02:29
  1312 Hits
  4 Comments

Ιστορίες μαφίας κ.ά.

Ιστορίες μαφίας κ.ά.

Εκεί που καθόμουν, λοιπόν, και σκεφτόμουν με ποιο παιχνίδι θα συνεχίσω τη μοναχική μου πορεία στο single player gaming, και προσπαθώντας να αφήσω πίσω μου το Ryse: Son of Rome, αποφάσισα κάτι πρωτότυπο: Να… ακολουθήσω την πεπατημένη. Σε μια έξαρση μπογδάνειου αυτοτρολαρίσματος έκρινα σκόπιμο, καθώς η φετινή σεζόν -που ξεκίνησε για μένα περίπου από τον Ιούλιο 2014- φτάνει σιγά - σιγά στο τέλος της, να ασχοληθώ με ακόμη ένα παλαιότερο game θέλοντας να καλύψω μια… νεκρή (από games) περίοδο κάποιων ετών. Είδα κι αποείδα, που λες, φανατικέ μου αναγνώστη, και σκέφτομαι: «Έχεις παίξει φέτος την complete edition του GTA IV, τα δύο Just Cause και το Wheelman. Δεν πιάνεις κι εκείνο το παραπεταμένο το Mafia II, ειδικά από τη στιγμή που το πρώτο σου είχε αρέσει τόσο»;

Για να το σοβαρέψω, όμως, ασχολήθηκα λοιπόν με το Mafia II, καθώς το πρώτο ήταν πραγματικά ένα παιχνίδι το οποίο είχε μείνει χαραγμένο στη μνήμη μου. Και αυτό είχε ακόμη μεγαλύτερη σημασία διότι είχε κυκλοφορήσει μόλις λίγους μήνες μετά το επαναστατικό Grand Theft Auto III, πίσω στο 2002, και το να καταφέρει να σταθεί σ’ ένα τέτοιο υψηλό επίπεδο οποιοδήποτε άλλο παιχνίδι αυτού του τύπου, συνιστούσε από μόνο του επίτευγμα. Αυτό που είχε κάνει, κατά την άποψή μου, το Mafia: The City of Lost Heaven τόσο επιτυχημένο ήταν το τρομερά ατμοσφαιρικό του ύφος το οποίο διαμορφωνόταν μέσα από μια καταπληκτική ιστορία ως προς τον τρόπο παρουσίασης και εξέλιξης, μέσω flashbacks, όλα αυτά βεβαίως αποδιδόμενα από έναν υπέροχο τεχνικό τομέα σε συνολικό επίπεδο, και με γραφικά που θα ζήλευαν ουκ ολίγα μεταγενέστερα παιχνίδια.

Πριν ξεκινήσω το δεύτερο μέρος της σειράς είχα διαβάσει αυτό το πολύ ενδιαφέρον blog περί της εμπειρίας των games με έμφαση στα sequels τους, με συνέπεια να μπω σε σκέψεις σχεδόν από την πρώτη στιγμή. Το γεγονός ότι το παιχνίδι εκτυλίσσεται μεταξύ 1943 – 1951 (επί της ουσίας από την ολοκλήρωση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου) ήταν από μόνο του ένα θετικό στοιχείο, ως διάδοχος του προηγουμένου το οποίο εξελίσσετο μεταξύ 1930 – 1938. Πλην όμως, κάτι δε μου «κολλούσε» σε σχέση με όσα θυμόμουν από το πρώτο μέρος, παρά ταύτα αποφάσισα να μην είμαι προκατειλημμένος και να του δώσω απλόχερα την ευκαιρία να με πείσει.

Εν τέλει, σε καμία περίπτωση δεν το μετάνιωσα, δίχως όμως να μείνω και απολύτως ικανοποιημένος. Αποδείχθηκε ένα παιχνίδι το οποίο έκανε φιλότιμη προσπάθεια να αποτελέσει άξιο διάδοχο του προκατόχου του κυκλοφορώντας οκτώ χρόνια αργότερα, αλλά περιορίστηκε σε ένα σκαλοπάτι χαμηλότερα… ίσως και δύο. Ήταν μια κλασική ιστορία μαφίας στην οποία ο πρωταγωνιστής, Vito Scaletta, ξεκινούσε από τα χαμηλά όντας άρρηκτα συνδεδεμένος με τον ήδη μπασμένο στη δουλειά παιδικό του φίλο, Joe Barbaro, για να καταλήξει σε έναν υπόγειο -ή και όχι τόσο- πόλεμο «νονών». Είδα στοιχεία πλοκής της ιστορίας δανεισμένα από το πρώτο Mafia (“You broke the omerta, Tommy”… κι άντε να δούμε πώς θα τα μπαλώσεις), που προσέδωσαν έναν κάπως επαναλαμβανόμενο τόνο, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσα στο μέγεθος του σεναρίου του παιχνιδιού.

Μου είχε κάνει εντύπωση αυτό που διάβασα στο review του site, ότι οι σελίδες του σεναρίου του Mafia II ανήλθαν στις 700 έναντι 400 που ήταν στο πρώτο παιχνίδι, κάτι το οποίο διαπίστωσα στην πράξη από το ξεκίνημα. Το αρνητικό ήταν ότι αυτό, όπως αποδείχθηκε, δεν έκανε το παιχνίδι ιδιαίτερα μεγαλύτερο από τον προκάτοχό του, αλλά στην πραγματικότητα μάλλον έκοψε χρόνο από το καθαρό gameplay. Κι όλα αυτά τα ισχυρίζομαι έχοντας τις αναμνήσεις του «τότε». Ο διάδοχος ήταν σίγουρα… ατμοσφαιρικός, αλλά όχι καθηλωτικός όπως ο προκάτοχος, πιστεύω. Αυτό όμως δε με εμπόδισε να ζήσω μια συγκλονιστική στιγμή στις αρχές του 9ου part (σε σύνολο 11) του playthrough που έκανα, και να υποβάλω νοερώς τα άπειρα respect μου στους developers και σεναριογράφους του παιχνιδιού. Μια στιγμή άμεσα συνδεδεμένη με το πρώτο Mafia, για την οποία όμως, συνειδητά, δε θα πω τίποτα.

Ανεξαρτήτως όσων σημείωσα μέχρι τούδε, δεν αλλάζει το γεγονός ότι, κατά την άποψή μου, το Mafia II είχε καλύτερο story σε σχέση τόσο με το -Θού, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου- Grand Theft Auto IV, όσο τα δύο Just Cause και φυσικά το Wheelman, τα οποία ανέφερα στο ξεκίνημα. Ξεκινώντας από τον απόλυτο «βασιλιά», το GTA IV, μπορώ να πω ότι για πρώτη φορά έπιασα κάπου τον εαυτό μου να κουράζεται από την υπόθεση, χωρίς να φταίει γι’ αυτό σε καμία των περιπτώσεων ο -συμπαθής κατά τα άλλα- Niko Bellic. Ομοίως και το expansion, The Lost and Damned, ενώ μπορώ να πω ότι βρήκα πιο ενδιαφέρον και θεαματικό το The Ballad of Gay Tony. Όσον αφορά τα δύο Just Cause, το σενάριο, πέρα από παρόμοιο, ήταν κατά βάση… αναγκαίο και η λογική θύμιζε το ελληνοπρεπές «Rico, προχώρα, γά***έ τα όλα». Παρεμπιπτόντως, να υπογραμμίσω εδώ ότι το Just Cause 2 ήταν ένα από τα πιο διασκεδαστικά games -αν όχι το πιο διασκεδαστικό- που έχω παίξει ποτέ μου. Τώρα, για το Wheelman, δεν ήταν παρά ένα άκρως συμβατικό gta clone, εν τούτοις χαβαλετζίδικο και διασκεδαστικό. Vin Diesel είσαι στην τελική και το hijack των οχημάτων ήταν όλα τα λεφτά, καίτοι μη ρεαλιστικό.

Υ.Γ.: …και πολύ τους είναι. Μόνο εδώ μπορούν να τοποθετηθούν τα τρία DLC που είχαν συνοδεύσει το Mafia ΙΙ εντός του 2010. Ο λόγος για τα The Betrayal of Jimmy, Jimmy’s Vendetta και Joe’s Adventures, που με κράτησαν μόνο για να με ξενερώσουν σε σχέση με το βασικό story. Με έναν πρωταγωνιστή στα δύο πρώτα ερχόμενο από το πουθενά, με αποστολές σκόρπιες, επαναλαμβανόμενες και στερούμενες ουσιαστικού νοήματος, με υποτιθέμενους εχθρούς εκ του μη όντως εντός της ίδιας πόλης, και briefing με δύο γραπτές αράδες -κι αυτές λειψές- πριν από κάθε mission. Ούτε λόγος βεβαίως για εισαγωγικά videos. Ακόμη και στο τρίτο DLC, όπου ήλεγχα τον γνώριμο και αγαπημένο Joe, μολονότι το ξεκίνημα ήταν πολλά υποσχόμενο, η συνέχεια έμελλε να κυμανθεί σε ανάλογα επίπεδα, με ασυνάρτητη ροή της ασθμαίνουσας ιστορίας. Το μόνο θετικό ήταν ότι τα DLC έδιναν βάση σε περιοχές του χάρτη που δεν είχαν αναδειχθεί τόσο από την κεντρική ιστορία του Mafia II.

Continue reading
  968 Hits
  0 Comments
Notification